Διαβάζω τώρα
Homo Sacer - Κυρίαρχη εξουσία και γυμνή ζωή Πολιτική φιλοσοφία Giorgio Agamben
Τα παράτησα
Η Νυχτερίδα Μυθιστόρημα Στρατής Τσίρκας
Μισθός, Τιμή και Κέρδος Οικονομία Marx
Φαντάσματα του Μαρξ Φιλοσοφία-Πολιτική Jacques Derida
Τα όρια της ερμηνείας Γλωσσολογία Umberto Eco
Σκέψεις Φιλοσοφία Blaise Pascal
Θεία Κωμωδία Δράμα Dante Aligieri
Θέλω να διαβάσω
Brave New World Μυθιστόρημα Aldous Huxley
Madame Bovary Μυθιστόρημα Gustave Flaubert
War and Peace Μυθιστόρημα Leo Tolstoy
Έχω διαβάσει
Ελευθερία και Γλώσσα Φιλοσοφία Στέλιος Ράμφος
Ο Λυτρωτής
Αστυνομικό
Jo Nesbo
Ο Υπέροχος Γκάτσμπυ
Διήγημα
F. S. Fitzgerald
Amok
Νουβέλα
Stefan Zweig
Αναφορά στον Γκρέκο
Φιλοσοφία-Βιογραφία
Νίκος Καζαντζάκης
Το φάντασμα της αξόδευτης αγάπης Ψυχαναλυτικό δοκίμιο Μάρω Βαμβουνάκη
Τα άπαντα του Καρυωτάκη Ποίηση - Λογοτεχνία Κώστας Καρυωτάκης
Lolita Μυθιστόρημα Vladimir Nabokov
A most wanted man (Πολιτικο-αστυνομικό) Μυθιστόρημα John le Carre
Logicomix Μυθιστορηματικό κόμικ Απόστολος Δοξιάδης - Χρίστος Παπαδημητρίου
Tesla - Man out of Time Βιογραφία Margaret Cheney
Anna Karenina Μυθιστόρημα Leo Tolstoy
(πρώτη) Αισθηματική Αγωγή Μυθιστόρημα Gustave Flaubert
Αισθηματική Αγωγή Μυθιστόρημα Gustave Flaubert
Η αριστερά ως δεξιά, η δεξιά ως παντομίμα Δοκίμιο Χρήστος Γιανναράς
Αρσεν Λουπέν - Αριστοκράτης Λωποδύτης Αστυνομικό Μυθιστόρημα Maurice Leblanc
Παλιά, πολύ παλιά Αστυνομικό Μυθιστόρημα Πέτρος Μάρκαρης
Αρσεν Λουπέν - To νησί με τα 30 φέρετρα Αστυνομικό Μυθιστόρημα Maurice Leblanc
Ο Μαιγκρέ και το ακέφαλο πτώμα Αστυνομικό Μυθιστόρημα Georges Simenon
Το Λευκό Κάστρο Μυθιστόρημα Ορχάν Παμούκ
Η συνωμοσία του Δαρβίνου Ιστορικο-αστυνομικό μυθιστόρημα John Darnton
Εχθροί εξ αίματος Θεατρικό Αρκάς
Ψυχολογία των μαζών Πολιτική-Ψυχολογία Gustave Le Bon
Herr Lehmann Μυθιστόρημα Sven Regener
Βραδύτητα Δοκιμιακό Μυθιστόρημα Milan Kundera
Όταν έκλαψε ο Νίτσε Φιλοσοφικό Μυθιστόρημα Irvin D. Yalom
Ο αιώνιος σύζυγος Μυθιστόρημα Dostojewski Fiodor
Ο τελευταίος Καβαλιστής της Λισαβόνας Ιστορικό(;) Μυθιστόρημα Richard Zimler
Αρσεν Λουπέν - Το κρυστάλλινο πώμα Αστυνομικό Μυθιστόρημα Maurice Leblanc
Η Ψυχή του Ανθρώπου στο Σοσιαλισμό Δοκίμιο Oscar Wilde
Ο Πέπλος Δοκίμιο Milan Kundera
Solaris Μυθιστόρημα Stanislaw Lem
Ο Τοίχος Μυθιστόρημα Jean Paul Sartre
Η άγνοια Μυθιστόρημα Milan Kundera
Η φιλοσοφία της βαρεμάρας Φιλοσοφία Lars Svendsen
Η Πάπισσα Ιωάννα Μυθιστόρημα Εμμανουήλ Ροΐδης
Η καρδιά του κτήνους Μυθιστόρημα Πέτρος Τατσόπουλος
Τόστ Ζαμπόν Μυθιστόρημα Charles Bukowski
Το κοράκι στο Προτείχισμα Αστυνομικό εποχής Elis Peters
Ανθολογία Τρόμου - Σκοτεινές Ιστορίες Συλλογή
Ιστορίες μυστηρίου και φαντασίας Συλλογή Edgar Allan Poe
Peter Camenzind Μυθιστόρημα Hermann Hesse
Η αμερικανική εξωτερική πολιτική μετά τον ψυχρό πόλεμο Πολιτική Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος
3 κείμενα για τον Νίτσε Πραγματεία Michel Foucault
Η στοιχειωμένη Θέση Αστυνομικό Μυθιστόρημα Gaston Leroux
Βασιλιάς Ληρ Θεατρικό William Shakespear
Ασκητική Φιλοσοφία Ν. Καζαντζάκης
Η Θεραπεία του Σοπενάουερ Φιλοσοφικό Μυθιστόρημα Irvin D. Yalom
Το Αστείο Μυθιστόρημα Milan Kundera
Το Φάντασμα της Όπερας Μυθιστόρημα Gaston Leroux
Faust Εμμετρη τραγωδία Goethe
Εναντίον των Γελωτοποιών Λόγος Dario Fo
Προσοχή! Προκαταλήψεις Πραγματεία Sir Peter Ustinov
Νάρκισσος και Χρυσόστομος Μυθιστόρημα Hermann Hesse
Γαργαντούας και Πανταγκρυέλ Μυθιστόρημα Francois Rabelais
Επιτήρηση και Τιμωρία: Η Γέννηση της Φυλακής Φιλοσοφία-Πολιτική Michel Foucault
Ηλίθιοι Λευκοί Χρονογράφημα Michael Moore
To φάντασμα των Κάντερβιλ Διήγημα Oscar Wilde
Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέυ Διήγημα Oscar Wilde
Χαρούμενη Επιστήμη Φιλοσοφία Friedrich Nietzsche
Τάδε έφη Ζαρατούστρα Φιλοσοφία Friedrich Nietzsche
Ο Αντίχριστος Φιλοσοφία Friedrich Nietzsche
Η Γενεαλογία της Ηθικής Φιλοσοφία Friedrich Nietzsche
Κάρολος Μάρξ - Η ζωή του Βιογραφία Francis Wheen
Ισχύς Φιλοσοφία-Πολιτική Bertrand Russell
Τα προβλήματα της Φιλοσοφίας Φιλοσοφία Bertrand Russell
Η κατάκτηση της Ευτυχίας Φιλοσοφία Bertrand Russell
Ludwig Wittgenstein Βιογραφία Ray Monk
Ο πιο σκληρός μυς είναι η καρδιά Χρονογράφημα Βίκτωρ Αναγνωστόπουλος-Μελκιαδές
Τί μέλλει γενέσθαι Επιστήμη Μιχάλης Δερτούζος
Κήνσορες και Θεράποντες Φιλοσοφία-Κοινωνιολογία Umberto Eco
Η σημειολογία στην καθημερινή ζωή Σημειολογία Umberto Eco
Πως να διαψεύσετε μια διάψευση και άλλες οδηγίες χρήσεως Χρονογράφημα Umberto Eco
Τα Κοινωνικά Φαινόμενα Κοινωνιολογία Max Nordau
Το Κάστρο Διήγημα Archibald Joseph Cronin
Το Κοινωνικό Συμβόλαιο Φιλοσοφία-Κοινωνιολογία Jean Jacques Rousseau
Το Υπόγειο Διήγημα Dostojewski Fiodor
Λευκές Νυχτες Διήγημα Dostojewski Fiodor
Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι Μυθιστόρημα Milan Kundera
Ο φόβος μπροστά στην ελευθερία Φιλοσοφία-Κοινωνιολογία Erich Fromm
Να έχεις ή να είσαι Φιλοσοφία-Κοινωνιολογία Erich Fromm
Η τέχνη της αγάπης Φιλοσοφία-Κοινωνιολογία Erich Fromm
Το τραγικό αίσθημα της ζωής Φιλοσοφία Miguel de Unamuno
Ιδού ο άνθρωπος
Λασκαράτος
Νίτσε: Η ζωή σαν λογοτεχνία Φιλοσοφία Αλέξανδρος Νεχαμάς
Κράτος και Επανάσταση Φιλοσοφία-Κοινωνιολογία Lenin
Θεός και Κράτος Φιλοσοφία-Κοινωνιολογία Mikhail Bakunin
Το φως που καίει Θεατρικό Κ. Βάρναλης
Μι εις την Νι Μυθιστόρημα Μίμης Ανδρουλάκης
Εισαγωγή στη Φιλοσοφία Φιλοσοφία Χ. Θεοδωρίδης
Το τρίτο στεφάνι Μυθιστόρημα Κ. Ταχτσής
Ο σημερινός κόσμος Πολιτική-Κοινωνιολογία Α. Einstein
Ψυχιατρική Ιατρική καθ. Τμ. Ιατρικής ΑΠΘ
Το χαμόγελο του Turing Μυθιστόρημα Χ. Παπαδημητρίου
Το θεώρημα του παπαγάλου Μυθιστόρημα Denis Guedj
Το χρονικό του χρόνου Επιστήμη S. Hawking
H φυσική του Σταρ Τρεκ Επιστήμη Lawrence Krauss
Θεός και Μοντέρνα Φυσική Επιστήμη-Θρησκεία Paul Davies
Τεχνητή Νοημοσύνη Επιστήμη John Haugeland
Applied Cryptography Επιστήμη Bruce Schneier
Η Κόμη της Βερενίκης Επιστήμη-Μυθιστόρημα Γ. Γραμματικάκης
1984 Μυθιστόρημα George Orwell
Η φάρμα των Ζώων Μυθιστόρημα George Orwell
Ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού
Dario Fo
Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος Φιλοσοφία-Πολιτική Marx - Engels
H δίκη Μυθιστόρημα Franz Kafka
Χαμογέλα, ρε... Τί σου ζητάνε; Χρονογράφημα Χρόνης Μίσσιος
...καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς Χρονογράφημα Χρόνης Μίσσιος
Fahrenheit 451 Μυθιστόρημα Ray Bradbury
To άρωμα Μυθιστόρημα Patrick Suskind
Η μηχανή του χρόνου Μυθιστόρημα HG Wells
Το βέλος του χρόνου Επιστήμη Coveney Highfield
Αντιγνώση Ιστορία Λιλή Ζωγράφου
Κριτικές
Ένα μετα-σχόλιο: Σε αυτή τη σελίδα κάνω γενικώς σύνοψη και κριτική βιβλίων. Στο συγκεκριμένο βιβλίο όμως, ο ίδιος ο Στέλιος Ράμφος έχει γράψει στην εισαγωγή του μια σφοδρή κριτική του πρώιμου εαυτού του, οπότε η δική μου μάλλον περισσεύει. Ας δούμε λοιπόν περί τίνος πρόκειται.

Το βιβλίο “Ελευθερία και Γλώσσα” είναι μια αναδημοσίευση του 2011, δυο βιβλίων του Στέλιου Ράμφου από τη δεκαετία του 1980 ("Η γλώσσα και η παράδοση", "Στάσιμα και έξοδος") και συνοδεύεται από μια αυτοκριτική του συγγραφέα σε σχέση με την οπτική που είχε πάνω στο ελληνικό πρόβλημα εκείνη την περίοδο. Σημειωτέον ότι το ελληνικό πρόβλημα είναι ο άξονας που διατρέχει πάντα το συγγραφικό έργο του Στέλιου Ράμφου. Επειδή στο πέρασμα των χρόνων ο Στέλιος Ράμφος άλλαξε άρδην τις απόψεις του περί του ελληνικού προβλήματος, και επειδή θα χρειαστεί συχνά να γίνει αντιδιαστολή των πρώην και νυν απόψεών του, κατά σύμβαση θα αναφέρομαι στον πρώιμο και στον ύστερο Ράμφο.

Επιγραμματικά, για τους βιαστικούς να αναφέρω ότι ο πρώιμος Ράμφος εντοπίζει τον πυρήνα του ελληνικού προβλήματος στον ξενόφερτο δυτικισμό που με την εμμονή στην εξατομίκευση, στο 'δέον', στην ουσία, στον ανθρωπισμό, στον άνθρωπο τον εννοούμενο ως υποκείμενο, στην τεχνική προσήλωση, στους θεσμούς, στον ορθολογισμό, στην ύλη, έχει φέρει την Ελλάδα σε πλήρη διάσταση με το αρχαιοελληνικορθόδοξο ηθικοπνευματικό παρελθόν και την παράδοσή της. Οπότε, το πρόβλημα με ακόμα λιγότερα λόγια είναι ότι αυτό που είμαστε και αυτό που ζούμε δεν αρμονίζονται γιατί το ιστορικό παρόν μας κυριαρχείται από τον ευρωπαϊκό ορθολογισμό ενώ ο ψυχισμός μας είναι μυθικής υφής.

Αδυνατώντας λοιπόν ο πρώιμος Ράμφος να δει τον ανθρωπολογικό παράγοντα στο ελληνικό πρόβλημα (δηλαδή εντός), αναζητεί την αιτία της κακοδαιμονίας εκτός. Και ο ιδανικός φταίχτης στον οποίο καταλήγει είναι διόλου τυχαίως ο δυτικός πολιτισμός. Λέω διόλου τυχαίως, διότι η ανατολική ορθοδοξία εκ της οποίας εφορμά ο πρώιμος Ράμφος είχε εκ συστάσεώς της (σχίσμα του 1054) για εχθρό τον δυτικό καθολικισμό, του οποίου απότοκος υπήρξε ολόκληρος ο δυτικός πολιτισμός.

Ο Ράμφος έχει πλέον αναγνωρίσει ότι έσφαλε σε εκείνες του τις απόψεις αφού αυτές ήταν αποτέλεσμα του ότι ήταν και ο ίδιος μέρος (και μάλιστα βαρύνον) του νεοελληνικού προβλήματος. Συνεχίζοντας επιγραμματικά, ήταν βαρύνον μέρος του προβλήματος γιατί η βυζαντινορθόδοξη παράδοση της οποίας υπήρξε θερμός υπέρμαχος ήταν ακριβώς ο παράγοντας που κρατώντας παγιδευμένο τον ελληνικό ψυχισμό στην καταστατική στασιμότητα των μορφών της, απέτρεπε τον Έλληνα από το να πάρει την μοίρα του στα χέρια του και να δημιουργήσει το μέλλον του.

Πάντως, τόσο ο πρώιμος όσο και ο ύστερος Ράμφος, διατείνονται ότι η περίοδος της τουρκοκρατίας δεν ευθύνεται για την νεοελληνική κακοδαιμονία (βαραίνει μεν στην αρνητική μας εξέλιξη, πλην όμως δεν είναι αίτιό της). Αν δεν προϋπήρχε η ψυχική τάση για στασιμότητα, δεν θα κρατούσε η κατοχή τέσσερις αιώνες, σκέφτομαι, στους οποίους μάλιστα τα πράγματα είχαν βρει μια ραγιάδικης φύσης ισορροπία και σταθερότητα. Η κατάσταση κηδεμονίας δεν ταιριάζει σε λαό που έχει στην ψυχή του να ορίζει ενεργά τη μοίρα του.

Έτσι βέβαια, μείωσα την αγωνία του κειμένου αποκαλύπτοντας εξαρχής ποιος (κατά τον νέο Ράμφο) διέπραξε το έγκλημα και πρέπει να κατηγορηθεί για το ελληνικό πρόβλημα. Ένοχη ήταν η φιλοσοφικοπνευματική οδός που πήρε η ορθόδοξη εκκλησία, και μαζί της σύνολη η κοινωνία, κατά το σχίσμα του 1054. Ο λόγος του σχίσματος ήταν κατά τη γνώμη μου αποτέλεσμα του αιώνιου καθολικού ανθρωπολογικού προβλήματος: η καταγωγικής προέλευσης έλξη του εξουσιάζειν. Κατά τα άλλα, οι διαφωνίες περί δόγματος ήταν ασφαλώς παρούσες και σχετιζόμενες με το φιλοσοφικό υπόβαθρο κάθε μιας εκ των διαφωνουσών παρατάξεων και γι' αυτό δεν είναι τυχαία η ανατολικής υφής φιλοσοφική κατεύθυνση που πήρε ο βυζαντινός χώρος. Το νόημα αυτής της παρατήρησης είναι ότι παρότι υπήρχε η ψυχική προδιάθεση για ανατολική φιλοσοφία λόγω φυσικής εγγύτητας με την ανατολή, εντούτοις τα πράγματα θα μπορούσαν να έχουν εξελιχθεί πολύ διαφορετικά αν συγκυριακά (ή λόγω κάποιων φωτισμένων ανθρώπων) είχε επιλεγεί μια διαφορετική φιλοσοφική οδός. Αυτός είναι και ο λόγος που και σήμερα ο Ράμφος υποστηρίζει ότι πρέπει πάση θυσία να μείνουμε στην Ευρώπη: είναι ένας τρόπος (ίσως ο μόνος που διαφαίνεται αυτή τη στιγμή) να ξεφύγουμε από το αυτοαναπαραγόμενο ριζικό μας ("ριζικό" τόσο με την κυριολεκτική έννοια της ρίζας όσο και με την έννοια της μοίρας).

Δύση και Ανατολή

Στο σημείο αυτό, πρέπει να αντιπαραθέσουμε σύντομα δύση και ανατολή, τις δυο φιλοσοφικές προσεγγίσεις θέσμισης κοινωνιών, ώστε να γίνει αντιληπτό το πως κάθε μια σχετίζεται και εν πολλοίς ορίζει το πως διαμορφώνονται σε βάθος χρόνου τα ψυχολογικά υποκείμενα που απαρτίζουν την κάθε κοινωνία.

Ανατολή
Από τη μια, στον ανατολικό κόσμο (που προϋπήρξε του δυτικού) επικρατεί μια κοσμοκεντρική και θεοκεντρική αντίληψη. Ο άνθρωπος ξυπνάει σε ένα εχθρικό φυσικό κόσμο τον οποίο φοβάται και θεοποιεί. Το συναίσθημα προεξάρχει. Οι κοινωνίες είναι μικρές και οι παράγοντες συνοχής είναι το όμαιμον, η γλώσσα, η παράδοση, η οικογένεια - οι στενές ταυτότητες δηλαδή και ακόμη, ο ηθικός δεσμός, η φιλοτιμία, το δίκαιον. Ο άνθρωπος πραγματώνεται μέσα από την προσφορά στον συνάνθρωπο και αποτελεί απλώς τον φυσικό φορέα των ενοποιητικών ταυτοτήτων αφού δεν αποτελεί ο ίδιος ενοποιητική ταυτότητα, ως Άνθρωπος. Έτσι η κοινωνία απαρτίζεται και συντίθεται από πρόσωπα και συνέχεται από τις φιλότιμες διαπροσωπικές σχέσεις τους.

Αυτό είναι πρόβλημα όμως γιατί η νευροβιολογία έχει αποδείξει αυτό που ήταν μέχρι τώρα εμπειρικά προφανές: ότι υπάρχει ένα όριο στο πλήθος των ανθρώπων με τους οποίους κάποιος μπορεί να σχετιστεί ουσιαστικά [Dunbar's number]. Τέτοιες κοινωνίες αναπόφευκτα είναι λειτουργικές μόνο όταν είναι μικρές αφού όσο μεγαλώνουν, η πρακτική ενός προσωπικού δικαίου που μεροληπτεί υπέρ ημετέρων, αφήνει όλο και περισσότερους απ' έξω δημιουργώντας κλιμακούμενες εντάσεις.

Πάντως, αντιλαμβανόμενος ο πρώιμος Ράμφος ότι πέρα από τις διαπροσωπικές σχέσεις απαιτείται και μια Αρχή πάνω από αυτές που να τις "νομιμοποιεί" ως συνεκτικές δυνάμεις, γράφει ότι είναι η κοινή Αλήθεια του εθνικού Μύθου ο παράγοντας που διατρέχει τις διαπροσωπικές σχέσεις και τους προσδίδει την συνεκτική τους δύναμη. Το Έθνος λοιπόν, δηλαδή άλλη μια στενή ταυτότητα. Για το λόγο αυτό στην εισαγωγή του βιβλίου ο Ράμφος κατηγορεί τον παλιό του εαυτό για νεοελληνικό εθνικισμό και λέει πλέον ότι η συνεκτική συνιστώσα δεν είναι μόνο η αίσθηση κοινής καταγωγής αλλά κυρίως αυτή της κοινής μοίρας. Πρωτύτερα δεν έβλεπε την παγκοσμίωση που ερχόταν και η οποία απαξιώνει την γεωγραφικώς και πολιτισμικώς στενά εννοούμενη κοινή μοίρα απαιτώντας μια συνεκτική καθολικότητα: τον δυτικό Άνθρωπο, αντί του πλησίον. Με αυτό λοιπόν περνάμε στην δυτική φιλοσοφία.

Δύση
Η δυτική φιλοσοφία είναι μια φιλοσοφία που όπως αναδύεται από τον Διαφωτισμό καινοτομεί ριζικά σε σχέση με οτιδήποτε υπήρξε μέχρι τότε: Τοποθετεί τον άνθρωπο στο επίκεντρό της, πράγμα που δεν συνέβη ούτε στον κοσμοκεντρικό αρχαίο κόσμο, ούτε στον θεοκεντρικό μεσαιωνικό κόσμο. Καλύπτεται έτσι για πρώτη φορά το ανθρωπολογικό έλλειμμα στην περί του κόσμου αντίληψη. Στη δυτική φιλοσοφία, ο άνθρωπος όντας στο επίκεντρο αποτελεί μια οντολογική ταυτότητα ως τέτοιος. Εξαιρείται ο υπαρξιστικός μηδενισμός του Σάρτρ που αρνείται την έννοια του ανθρώπου ως μια κοινή ουσία που ιδιαιτεροποιείται σε κάθε ον του είδους μας, όμως και πάλι ο Σάρτρ φτάνει στον μηδενισμό μόνο για να αφήσει το απόλυτο περιθώριο στον κάθε άνθρωπο να ορίσει ο ίδιος με τις πράξεις του τι είναι ο άνθρωπος.

Κατά τα άλλα στη δυτική φιλοσοφία ο Άνθρωπος μετέχει σε κοινωνίες θεσμίζοντάς τις ως φορέας Λόγου. Ο Λόγος δημιουργεί λοιπόν θεσμούς, νόμους και κράτη, υπό το νομικό πρόσωπο των οποίων οι άνθρωποι περιλαμβάνονται ως πολίτες, ως διακριτά λογικά άτομα με θέληση κοινής βιοτής, και ως υποκείμενα δικαίου. Πρέπει να τονιστεί ρητά λοιπόν ότι η ενότητα των κοινωνιών στην δυτική φιλοσοφία ανάγεται στην καθολική ταυτότητα του Ανθρώπου και του Λόγου που απορρέει από αυτήν.

Και δεν θα μπορούσε να είναι και αλλιώς, όπως επιβεβαιώνει και το ιστορικό τεκμήριο: Η θέσμιση ενότητας με όρους μερικότητας (θρησκευτική, φυλετική, κτλ) είναι καταδικασμένη μια και οι μερικότητες επιβάλλονται η μια στην άλλη και συνεπώς δεν εμποδίζουν για παράδειγμα Έλληνες και Βούλγαρους, καίτοι ομόδοξοι, να σκοτώνονται για την Μακεδονία, όπως αντιστοίχως σκοτώνονται και οι Τούρκοι με τους Κούρδους. Συνεπώς το πρόταγμα δεν μπορεί παρά να είναι μια αδιαίρετη καθολικότητα που συναιρεί τις μερικότητες, δηλαδή ο Άνθρωπος.

Ο πρώιμος Ράμφος, ανάμεσα στα πολλά για τα οποία κατηγορεί τον δυτικό πολιτισμό είναι η καταστατική (κατά τη γνώμη του) αδιαφορία προς τον συνάνθρωπο. Μέσα στον πρώιμο φονταμενταλισμό του, του διαφεύγει τελείως ότι σε μια κοινωνία που συνέχεται από θεσμούς είναι δυνατόν να υπάρχει προσφορά στον συνάνθρωπο και επιθυμία συσχέτισης με αυτόν. Γράφει ότι οι "ορθολογιστές δυτικοί ατομάνθρωποι" που υποτίθεται συνέχονται από την κοινή υπακοή στους θεσμούς, αναπόφευκτα αδιαφορούν για τον συνάνθρωπο, χωρίς να το στηρίζει ιδιαιτέρως. Γενικώς σε όλο το βιβλίο απομειώνει με φονταμενταλιστικό τρόπο την δυτική φιλοσοφία σε ένα πολιτισμικό κακέκτυπο που περιορίζεται στον άνθρωπο-άτομο των δικαιωμάτων, της απνευμάτιστης τεχνικής προόδου, της ισχύος και της δυνάμεως, που δεν θα μπορέσει ποτέ να έχει την προνομιακή θέα του ανατολικού προς την ελευθερία, τον ηθικό δεσμό, τη φιλοτιμία, το δίκαιον. Κατηγορεί τη δυτική φιλοσοφία για καταστατικό σοσιαλισμό, για εξίσωση προς τα κάτω, ενώ αντιτείνει ότι ο ελεύθερος ανατολικός άνθρωπος δεν ενοχλείται από την ανισότητα, γιατί αυτή ενεργοποιεί το δόσιμο, ενώ το δυτικό πρόταγμα της ισότητας "ενσαρκώνεται στο μίζερο σοσιαλιστικό υπολογισμό της μοιρασιάς".

Πριν προχωρήσουμε στο πως οι γλώσσες κάθε πολιτισμού και φιλοσοφίας διαμορφώθηκαν από τα ψυχολογικά υποκείμενα που σκιαγραφήθηκαν παραπάνω και τα αντανακλούν, χρειάζεται να δοθεί και μια επιπλέον παράμετρος: η ιστορικότητα. Στην κοσμοκεντρική και στην θεοκεντρική αντίληψη, το κοινό στοιχείο είναι ότι ο άνθρωπος είναι αναπόσπαστο κομμάτι της κοσμικής/θεεικής τάξης των πραγμάτων. Αυτή η θέση συνεπάγεται ότι ο άνθρωπος αποτάσσεται μετά βδελυγμίας την δυνατότητά του για παρέμβαση σε αυτή την τάξη. Η παρέμβαση συνιστά διασάλευση της θεεικής τάξης και θεωρείται αμαρτία, ιεροσυλία, και έτσι σε αυτές τις αντιλήψεις η ύβρις και η αμαρτία έχουν κεντρικές θέσεις. Εδώ ανήκει ο ορθόδοξος χριστιανισμός και ο αρχαίος ελληνικός κόσμος (αν και λιγότερο). Στην ανθρωποκεντρική αντίληψη από την άλλη, η τοποθέτηση του ανθρώπου στο επίκεντρο του κόσμου νομιμοποίησε τη διεκδίκηση εκ μέρους του, δικαιώματος παρέμβασης στην τάξη των πραγμάτων. Έτσι κάνει την εμφάνισή του στη δύση ο ιστορικός άνθρωπος.

Γλώσσα
Τούτων διευκρινισμένων, μπορούμε να καταλάβουμε τις μορφές που πήραν αντιστοίχως και οι γλώσσες των πολιτισμών, που είναι και ένα από τα βασικά θέματα του βιβλίου. Η γλώσσα καταρχήν είναι η ζώσα ψυχή μιας κοινωνίας. Διαμορφώνεται από τον συλλογικό ψυχισμό, τον αντανακλά στις μορφές της και αποτελεί τον τρόπο έκφρασής του. Αν είναι ισχυροί οι δεσμοί και οι σχέσεις εντός της κοινωνίας αυτό θα φαίνεται στον τρόπο που η γλώσσα εκφέρει και εκφέρεται. Αν η κοινωνία είναι εγκλωβισμένη στη διαχείριση του τώρα και στον κόσμο των πραγμάτων χωρίς όραμα, τότε και η γλώσσα θα χαρακτηρίζεται από στατικότητα και απλή αναπαράσταση της υπάρχουσας πραγματικότητας. Αντίθετα, αν υπάρχει βαθιά ιστορία και βαθιά αίσθηση κοινής μοίρας, τότε και η γλώσσα θα αντικατοπτρίζει στα σύμβολά της ένα βαθύ αίσθημα και έναν ολοζωντανό, βιωματικό και αρραγή ψυχικό δεσμό που τρέπει τα πράγματα υψηλότερα.

Στην αρχαιοελληνική κοινωνία προσώπων-ετεροτήτων δεν είναι τυχαίο ότι γεννήθηκε μια γλώσσα που ως γλώσσα ψυχικής ενότητας και δρώντος συνόλου, σφραγίζεται από ρηματικότητα. Αντίθετα λέει ο πρώιμος Ράμφος, οι δυτικές κοινωνίες των εξατομικευμένων ανθρώπων αντικατοπτρίστηκαν σε μια σημειακή, μονοσήμαντη γλώσσα που σφραγίζεται από την ουσιαστικότητα (τις παγιωμένες έννοιες που αποτυπώνονται σε σημεία). Δηλαδή από τη μια η παραστατική, δρώσα σκέψη του λέγειν, του ιδείν, του είναι (ρηματικότητα), και από την άλλη, η επιστημονικά θεμελιωμένη, αποδεικτική, φιλοσοφική σκέψη του λόγου, της ιδέας, της ουσίας (ουσιαστικότητα). Δίνω εδώ έμφαση στην αντιπαράθεση λέγειν-λόγος, ιδείν-ιδέα, είναι-ουσία. Εδώ αναφέρεται το δηλωτικό παράδειγμα της λέξης "Αλήθεια". Η λέξη "Αλήθεια" που στα ελληνικά περιέχει ουσία και ενέργεια μαζί (φανέρωση - τράβηγμα από τη λήθη), στην δυτικοευρωπαϊκή γλώσσα έγινε αντιληπτή ως 'ορθή απεικόνιση' (πχ. truth) - μια στατική, παγιωμένη κατάσταση δηλαδή.

Οι λέξεις δεν πρέπει απλώς να ονομάζουν αντικείμενα του εμπειρικού κόσμου (ουσιαστικότητα) αλλά να τείνουν αναγωγικά προς το Αγαθόν, να συνδιαλέγονται μαζί του (ρηματικότητα), να αντανακλούν-συμβολίζουν το βίωμα που είναι ψυχικός δεσμός προσώπων-ετεροτήτων. Η λέξη-σύμβολο δεν αναπαριστά απλώς τα πράγματα, αλλά τα εντάσσει σε πλέγματα σημασιών και τα αναπροσανατολίζει ώστε να συνιστούν νέες πραγματικότητες και νοήματα, σπρώχνοντας την πραγματικότητα των πραγμάτων στην κλίμακα προς το Αγαθό. Ουσία των λέξεων δεν είναι η αναπαραστατική τους δύναμη αλλά η διελκυστίνδα έννοιας και αίσθησης. Οι δυτικές ορθολογιστικές γλώσσες της ουσιαστικότητας [παράδειγμα: "Η διαφορά ποιότητας απόδοσης του πρωτοτύπου"] (αντί της ρηματικότητας, του βιώματος και της αίσθησης) ευνοούν την ανάπτυξη στείρων και ναρκωτικών απολιθωμάτων: τις ιδεολογίες. Οι ιδεολογίες είναι ένα παραισθησιογόνο ιδίωμα ολοκληρωτικής έμπνευσης και προοπτικής, λέει ο πρώιμος (αλλά και ο ύστερος) Ράμφος.

Ένα άλλο σημείο στενά δεμένο με τα παραπάνω είναι η μουσική εκφορά του λόγου στα αρχαία ελληνικά. Εδώ ο Ράμφος δεν χάνει την ευκαιρία να αναδείξει την υπεροχή της αρχαιοελληνικής κουλτούρας (και της βυζαντινορθόδοξης ως (υποτιθέμενη) συνέχεια της πρώτης) σε σχέση με την δυτική. Οι λέξεις στα αρχαία νοηματοδοτούνται αναλόγως της εκφοράς τους, δηλαδή η σημασία συμπλέκεται με την μουσική υφή του λόγου και καθορίζεται από αυτήν. Από την άλλη, στις ευρωπαϊκές γλώσσες υπάρχει μονοσημία, η γραφή ταυτίζεται δηλαδή με τον προφορικό λόγο (φωνητική γραφή), ενώ στην αρχαία δεν ταυτίζονται αλλά υπάγονται σε μια οργανική σχέση πολυσημίας, δηλαδή το σημείο (λέξη) έχει πολλαπλά δυνατά νοήματα αναλόγως της εκφοράς, άρα είναι σύμβολο. Αυτή η προσωδιακή εκφορά του λόγου, ο λόγος ως τραγούδι και η λέξη ως σύμβολο δηλαδή, αναφέρει ο Ράμφος ότι αναβλύζει από το συλλογικό ψυχικό ρίγος και συνεπάγεται αρραγή ψυχικό δεσμό, αλλά και αντίστροφα, ο υπάρχων αρραγής ψυχικός δεσμός αναβλύζει ως τραγούδι και διαμορφώνει αναπόφευκτα μουσικότητα στο λόγο.

Και μια σχετιζόμενη ενδιαφέρουσα παρατήρηση: Λόγω της νοηματοδότησης δια της μουσικής εκφοράς του λόγου, η μουσική κουλτούρα μας έχει για βάση την φωνή, σε αντίθεση με την ευρωπαϊκή που έχει για βάση το όργανο, μια εξωτερική δηλαδή μουσική οντότητα, διαφορά που αντικατοπτρίζεται έντονα ανάμεσα στην καθολική και την ορθόδοξη λατρευτική πρακτική.

Αρχαία, Νέα Ελληνικά και μετάφραση
Ο πρώιμος Ράμφος θεωρεί τα νέα ελληνικά φτωχή, εκβαρβαρισμένη γλώσσα, ασχημάτιστη, δύσκαμπτη, και σε κάθε περίπτωση αδιάθετη στις λεπτές αποχρώσεις του πνεύματος. Φυσικά προτείνει ότι είναι απαραίτητη η ένταξη των αρχαίων στην παιδεία μας: Αν θέλουμε να πάμε μπροστά πρέπει να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και για να γίνει αυτό πρέπει να γνωρίσουμε τις ρίζες μας. Και η ψυχή της ρίζας μας βρίσκεται στη γλώσσα στην οποία είναι μορφοποιημένα τα αρχαία γραπτά. Η γνώση τους από μετάφραση μας κάνει κοινωνούς της ουσίας τους αλλά όχι και της ψυχής και της δυναμικότητάς τους, άρα μας αποξενώνει και βίαια από τις ρίζες μας. Άλλωστε, όπως ειπώθηκε και παραπάνω, πάνω στις λέξεις-σύμβολα συγκεντρώνεται ο ψυχικός δεσμός και το αίσθημα, ώστε μια παλιά γλώσσα με πλατύ αίσθημα να είναι αδύνατο να μεταφραστεί χωρίς να χάσει όλη της την νοηματοδοτική δύναμη. Όπως το λέει ο ίδιος ο Ράμφος: "Ο ρυθμός, ο τόνος, ο ήχος, η πνοή, κάνουν τον λόγο μια οντότητα αμετάφραστη η οποία διαψεύδει αφ' εαυτής κάθε ερμηνεία του γλωσσικού φαινομένου ως εννοιολογικής αναπαραστάσεως των εμπειρικών πραγμάτων". Βέβαια, ο ύστερος Ράμφος έχει φύγει από αυτή την άκαμπτη θέση του: Βλέπει την μετάφραση (είτε από ξένη γλώσσα, είτε από τα αρχαία ελληνικά) ως μια προσπάθεια να μπολιαστεί στον εθνικό κορμό το εκάστοτε ξένο έργο και να πάρει νέα ζωή και τροπή γονιμοποιώντας την ντόπια κουλτούρα.

Σε συνέχεια των παραπάνω, ο πρώιμος Ράμφος είναι αντίθετος με την εισαγωγή του μονοτονικού. Κάτι τέτοιο λέει πως αναπότρεπτα θα διαρρήξει την ψυχική συνέχεια αλλά και σε πιο τεχνικό επίπεδο θα ευνουχίσει την εκφραστική δυνατότητα της γλώσσας. Μια τέτοια έξωθεν επιβεβλημένη και ασυνεχής μετάβαση της γλώσσας σε μια πλαστή, θα είναι αποτυχημένη μια και η γλώσσα για να είναι ζωντανή και να μπορεί να νοηματοδοτήσει θα πρέπει να είναι αποτέλεσμα της φυσικής εξέλιξης και της συνεχούς πορείας της. Άλλωστε το πολυτονικό σύστημα, ως συνέχεια της αρχαίας ελληνικής υπερέχει και στο επίπεδο του νοήματος και της συμπάγειας του λόγου και της σαφήνειας.

Ο Ράμφος βρίσκει επίσης ότι και για την μετάβαση στα φτωχά νέα ελληνικά φταίει η ξενόφερτη δυτική κουλτούρα με την προσήλωσή της στον Λόγο της πρακτικότητας: Έτσι καταργήθηκαν οξείες, δασείες, κτλ, για να ελαφρυνθεί ο μαθητής από τους "άχρηστους τύπους", όπως επίσης και για οικονομία: λιγότερα έξοδα εκτύπωσης. Και η δε ιστορική αιτίαση ότι στα αρχαία δεν υπήρχαν τόνοι, είναι ασφαλώς προσχηματική, ισχυρίζεται, μια και στα αρχαία η γλώσσα ούτως ή άλλως τραγουδιόταν. Και ήταν και δύσκολο να γραφτεί στο μάρμαρο, προσθέτω εγώ.

Παράδοση
Σε σχέση με την παράδοση, τι αυτή συνιστά και πως πρέπει να στεκόμαστε απέναντί της υπάρχουν πολλά να ειπωθούν. Καταρχήν για τον πρώιμο Ράμφο η παράδοση συγκροτεί ένα συλλογικό ον εντός του οποίου συμμετέχουν και νοηματοδοτούνται οι άνθρωποι με παραδομένα τα Εγώ τους, ως αδιαίρετο σύνολο. Στο συλλογικό αυτό ον δεν υπάρχει και δεν χωρά δηλαδή ούτε άτομο, ούτε ιστορικός άνθρωπος, ενώ ο μυθικός του ψυχισμός αποτελεί την επιβεβαίωση και συνέχιση μιας υπερχρονικής, έξω από την ιστορικότητα, Αλήθειας. Ο τρόπος με τον οποίο η παράδοση καταφάσκει πάνω στην υπερχρονική Αλήθεια είναι, αναφέρει ο πρώιμος Ράμφος, ο θρησκευτικός τύπος, τον οποίο δεν θα πρέπει να εκλαμβάνουμε ως επίκληση για στατικότητα. Αντιθέτως μας λέει ότι η βυζαντινορθόδοξη κουλτούρα είχε εμμονή με τον θρησκευτικό τύπο γιατί αυτός αφύπνιζε τον εσωτερικό άνθρωπο και αποτελούσε ενέργημα της ουσίας και παράγοντα σταθερότητας και συνοχής δένοντας τις ψυχές σε μια αδιαίρετη.

Βεβαίως, ο ύστερος Ράμφος έχει απορρίψει πλήρως αυτή την πρόσληψη της παράδοσης. Αντιλαμβάνεται ότι η παράδοση διασώζει πολύτιμα κοιτάσματα της λαϊκής ψυχής, τους αφαιρεί όμως χυμούς ζωής στον τετελεσμένο χρόνο που τα εγκλωβίζει. Η δογματική αντιμετώπιση της παράδοσης που συνέβαινε στο Βυζάντιο την καθιστά νεκρό τύπο που καταφρονεί τον χρόνο και διεκδικεί αιωνιότητα ενώ θα μπορούσε να αποτελέσει παράγοντα αναδημιουργίας του πολιτισμού αν αφηνόταν να αναπνεύσει μέσα από την ερμηνεία η οποία φέρνει τα περασμένα στο παρόν, ανοίγει διάλογο μαζί τους και γίνεται το πρίσμα μέσω του οποίου το σήμερα θα διαμορφώσει το αύριο. Το Βυζάντιο έκανε ακριβώς το αντίθετο: Αντί να ερμηνεύει την παράδοση μέσα στον κόσμο, ερμήνευε τον κόσμο με τους όρους της παραδόσεως, εξασφαλίζοντας την στατικότητα του. Και φυσικά με την προσήλωση στον θρησκευτικό τύπο ξόρκιζε τον χρόνο υπνωτίζοντας και καθηλώνοντας τον άνθρωπο στην ανιστορικότητα.

Σκέφτομαι ότι δεν θα μπορούσε βέβαια κανείς να πει ότι ήταν λάθος η τότε αντίληψη και σωστή η νέα. Στο μέτρο που τότε η ουσία σε ένα θεοκεντρικό κόσμο ήταν η αταραξία της αιωνιότητας, τότε όντως ο θρησκευτικός τύπος ήταν "ενέργημα της ουσίας", με την έννοια ότι το "ενέργημα" είχε στόχο να διασφαλίσει την Αλήθεια: την συνέχιση της αταραξίας. Προσωπικά πάντως δυσκολεύομαι να πεισθώ ότι η νέα αντίληψη δεν είναι έστω και λίγο σωστότερη από την πρώτη. Η ουσία είτε τίθεται από τον άνθρωπο (ανθρωπισμός) είτε από τον Θεό (θεοκεντρικός κόσμος). Αλλά μια και δεν έχουμε δει Θεό να μας παραδίδει σε πλάκες την ουσία, ουσιαστικά και στον θεοκεντρικό κόσμο ο άνθρωπος θέτει την ουσία μεσολαβούσης όμως της φαντασίωσης ενός Θεού. Που επειδή όμως ο προνεωτερικός άνθρωπος δεν νιώθει ακόμα διαχωρισμένος από τη φύση φαντασιώνεται πως ο Θεός του τον προστάζει να διατηρήσει την τρέχουσα τάξη των πραγμάτων. Μπορεί να κατηγορηθώ για υπερβολική προσήλωση στην αποδεικτική λογική, αλλά προτιμώ την εκδοχή χωρίς την φαντασίωση, προτιμώ δηλαδή τον νεωτερικό άνθρωπο στον οποίο η ψυχική ενότητα συντίθεται από την συνείδηση της κοινής μοίρας και η παράδοση είναι αντίστοιχα η δια του δημιουργικού έργου των γενεών μετάδοση ενός αισθήματος κοινού προορισμού.

Πάντως, πρέπει κανείς να φροντίζει πάντα να αφήνει ανοικτά παράθυρα στη σκέψη. Δεν είναι δύσκολο να βυθιστεί κανείς στο τέλμα ενός κόσμου εύκολης πνευματικής αυτάρκειας όσο και δογματικών αυθαιρεσιών, παρατηρεί ο Στέλιος Ράμφος σχετικά με τις παλιές του ιδέες. Αλλιώς κινδυνεύει κανείς να παραγνωρίσει τα προφανή, όπως το να διαβάσει στα αίτια κατάρρευσης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, όχι την στατικότητα, την απόρριψη του χρόνου και τις εμμονές στους τύπους, αλλά την "μη ανταπόκριση του Νέου Ελληνισμού για ανατοποθέτηση του Χριστιανικού κόσμου απέναντι στην αρχαιότητα". Ή ακόμα το να αντιλαμβάνεται την στατικότητα των θρησκευτικών τύπων ως "συναίσθηση του βάθους των πηγών και συνείδηση της σπανιότητας του νέου".

Όπως και να έχει, ειδικά για τον ανθρωπολογικό τύπο του Έλληνα ο οποίος έχει άφθονο φυσικό ατομισμό, ο βυζαντινός θρησκευτικός τύπος που καταργούσε την υποκειμενικότητα και τον άνθρωπο ως δρων άτομο, μαζί με τον φυσικό ατομισμό οδήγησε στον δηλητηριώδη φθόνο, που στοιχειώνει από τότε τον Έλληνα και που ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, καίτοι πολύ αντιπαθής, συνόψισε πολύ εύστοχα στο ανέκδοτό του με κατάληξη "να ψοφήσει η κατσίκα του διπλανού". [Το ανέκδοτο συντόμως: Ρώτησαν τον Γερμανό τι θέλει και είπε να κάνει η κατσίκα μου πιο πολύ γάλα από του διπλανού - το ίδιο ζήτησε και ο Γάλλος. Ο Έλληνας ζήτησε να ψοφήσει η κατσίκα του διπλανού].

Σε σχέση πάλι με την παράδοση, ο πρώιμος Ράμφος ήταν της σχολής (συμφοιτητής του Γιανναρά γαρ) που πρέσβευε ότι η βυζαντινή χριστιανορθοδοξία αποτέλεσε την συνέχεια και την διάσωση ακόμα της αρχαίας ελληνικής παράδοσης. Φτάνει μέχρι το σημείο να υποστηρίξει ότι η αρχαία ελληνική παράδοση άνοιξε το δρόμο για την ορθοδοξία η οποία αποτέλεσε και την αναγέννησή της! Η υποστήριξη φυσικά αυτού του ισχυρισμού είναι προβληματική. Οι ομοιότητες αρχαίας τραγωδίας και θείας ευχαριστίας που επικαλούνται, τυχαίες ασφαλώς δεν είναι: Είναι γνωστό ότι προκειμένου η ορθοδοξία να κυριαρχήσει έπρεπε να εκτοπίσει την αρχαία ελληνική κουλτούρα, αλλά μια και αυτό δεν ήταν εύκολο, προτίμησε να την εγκολπώσει, βάζοντας δικές της γιορτές πάνω σε αντίστοιχες παγανιστικές ώστε οι δεύτερες να ξεχαστούν σιγά-σιγά (πχ. γέννηση θεανθρώπου στις 25 Δεκεμβρίου, έναντι χειμερινού ηλιοστασίου στις 21 Δεκεμβρίου που αρχίζει να μεγαλώνει η μέρα - να αναγεννάται ο ήλιος). Φυσικά δεν θα μπορούσε να πει κανείς ότι δεν κατέφυγε και σε λιγότερο λεπτές μεθόδους, όπως καταστροφές αρχαιοελληνικών αγαλμάτων και ναών και χτίσιμο χριστιανικών ναών επάνω τους. Για περισσότερες λεπτομέρειες συστήνω το καταπληκτικό βιβλίο Αντιγνώση της Λιλής Ζωγράφου.

Ως απολογισμός των παλαιών και νέων ιδεών, ο ύστερος Ράμφος έχει να προτείνει την αποκατάσταση της ενότητας με την ζώσα παράδοση. Η θραυσμένη ενότητα διαφαίνεται από τον χωρισμό των συνειδήσεων σε προοδευτικές που σαγηνεύτηκαν από το θετικό πνεύμα και την τεχνική δύναμη της Δύσης που όμως είναι εγκλωβισμένες στον υλικό κόσμο, και στις παραδοσιακές που διαφύλαξαν μεν τον ελληνικό πολιτισμό αλλά προσηλώθηκαν θρησκευτικά στο παρελθόν χωρίς να του δώσουν δημιουργική διέξοδο.

Κατά Ουμανισμού
Ο πρώιμος Ράμφος σε όλο το βιβλίο απορρίπτει συλλήβδην την ουμανιστική φιλοσοφία και κατακρίνει τον ουμανισμό που πρεσβεύει τον άνθρωπο-αυτοσκοπό και την απόλυτη πίστη στις ανθρώπινες δυνάμεις και στο λογικό του. Το επιχείρημα είναι ότι εφόσον προτάσσεται ο άνθρωπος-αυτοσκοπός, ο ουμανισμός μεταβάλλει τα πάντα σε μέσα εξυπηρέτησης του ανθρώπου, αφαιρώντας τους κάθε δική τους αξία. Άρα, ισχυρίζεται, ο συνάνθρωπος ή η φύση θεωρούμενα υπό το πρίσμα των αναγκών μου αποτελούν απλώς μέσα. Ελαφρώς τραγική νομίζω η παρεξήγηση αλλά κατανοητή δεδομένου του ότι ήταν η περίοδος που έκανε παρέα με τον Γιανναρά. Τι σχέση έχει ο Άνθρωπος-αυτοσκοπός με το Εγώ-αυτοσκοπός; Ο Ράμφος τα ταυτίζει, ενώ είναι σαφές ότι στον ουμανισμό, ο Άνθρωπος ως καθολική ταυτότητα είναι αυτοσκοπός, όχι ως κάθε ξεχωριστός άνθρωπος...

Ο άνθρωπος του ουμανισμού και του ρουσωικού κοινωνικού συμβολαίου είναι δούλος της ανάγκης, λέει ο πρώιμος Ράμφος, και συνεχίζει: "Η ανάγκη αναγκάζει τον άνθρωπο να ενεργεί μόνο τεχνικά για να την ικανοποιήσει και άρα υποβαθμίζεται σε απλό βιολογικό ον, και η κοινωνία του έχει για προοπτική και ευδαιμονία της την συντήρηση. Αντίθετα, μόνο η ανιδιοτέλεια της πράξης δημιουργεί χρόνο". Εδώ, μπορεί πράγματι ο Ρουσσώ να μην είχε στο μυαλό του να δώσει και μια υψηλή ηθική προοπτική στην θέσμιση της πολιτείας που επιχειρούσε, όπως είχε κάνει ο Πλάτωνας για παράδειγμα. Αλλά από αυτό, μέχρι το να υποστηρίξει κανείς ότι επειδή θεσμίζεις την πολιτεία με βάση το κοινό συμφέρον και όχι κάποια εξωγήινη νομιμοποιητική αρχή (Θεός/Αγαθόν), υποβαθμίζεσαι σε εγωκεντρικό πίθηκο, υπάρχει μια σεβαστή απόσταση που ο πρώιμος Ράμφος ανέμελα γεφυρώνει. Και είναι τόσο αντίθετος στην ιδέα ενός επιπέδου πραγματικότητας το οποίο οι ίδιοι οι άνθρωποι συντάσσουν και υποτάσσονται σε αυτό (Νόμος-Θεσμός) που ισχυρίζεται ότι ο γνωστός κλεφτοπόλεμος του πολίτη με το "ληστρικό" κράτος (πχ. φοροδιαφυγή) είναι εξαιτίας του ότι το κράτος συνέχεται από τον Νόμο που είναι ένας ξενόφερτος θεσμός ο οποίος δεν λέει τίποτα στον Έλληνα του ηθικού κοινοτικού δεσμού.

Και σε αυτές του τις απόψεις, περιττεύει να αναφέρω ότι ο Ράμφος πλέον, προς τιμήν του, έχει κάνει στροφή 180 μοιρών. Κάθε λογικός και έντιμος άνθρωπος, όταν ανακαλύψει ότι οι απόψεις του στηρίζονταν στο ότι παραγνώριζε ένα σημαίνον δεδομένο, επανατοποθετείται. Και όπως αναφέραμε παραπάνω ο πρώιμος Ράμφος παραγνώριζε τον ανθρωπολογικό παράγοντα, τόσο του Έλληνα, όσο και του ανθρώπου ως είδους. Καλή η συνοχή της κοινωνίας πάνω στη βάση της οικειοθελούς αυτοκατάργησης του Εγώ, αλλά δεν λειτουργεί στο μέτρο που για την τρέχουσα ανθρωπολογία μπορεί μόνο να αποτελέσει εφήμερη συλλογική φαντασίωση ορμώμενη από το σαθρό παράδειγμα ενός Θεανθρώπου. Ενώ αντίθετα, ο Νόμος και ο Θεσμός είναι ανθρώπινα δημιουργήματα, λαμβάνουν υπόψη την ελεύθερη και απρόβλεπτη φύση του ανθρώπου και μπορούν με σαφείς κανόνες, κοινούς για όλους να οριοθετήσουν την κακή φύση του ανθρώπου. Δεν οριοθετούν όμως και την καλή, όπως φαντασιώνονται οι Γιανναράδες. Ορίζουν και επιβάλλουν ένα ελάχιστο επίπεδο αποδεκτής συμπεριφοράς, πέρα από το οποίο ο καθένας μπορεί στα πλαίσια της αυτοκατάργησης του Εγώ να σταθεί ανθρώπινα στο πλάι του πλησίον του.

Αλλά και πιο φιλοσοφικά αν τεθεί, σε όλους τους συλλογισμούς του και κατακρίσεις των ατομοκεντρικών δυτικών φιλοσοφιών δέχεται σαν δεδομένο ότι ως άτομο, ο άνθρωπος δεν μπορεί να έχει θέα προς το Αγαθό και προς υπερυλικές αξίες αλλά είναι καταδικασμένος να έχει για μόνη αναφορά του τον υλικό κόσμο. Γιατί; Φαντάζομαι πως ο λόγος είναι ο προφανής: Για έναν θεϊστή, η ανάληψη της ευθύνης και της μοίρας του ανθρώπου στα χέρια του συνιστά ενηλικίωση, και η ενηλικίωση σηματοδοτεί το θάνατο του Πατέρα. Και ίσως και γιατί ο θάνατος του Θεού μας φέρνει μπροστά στον τρόμο του να πρέπει να δημιουργήσει ο άνθρωπος μόνος του πια το Αγαθό, μακριά από πατρικές καθοδηγήσεις· και αυτό είναι για τους περισσότερους αβάσταχτο...

Σύμφυτη με τις παραπάνω αντι-ουμανιστικές απόψεις του ήταν και η στάση του πρώιμου Ράμφου προς την πολυπολιτισμικότητα. Γράφει λοιπόν πως η πολυπολιτισμικότητα θα πετύχει είτε με τον ορθόδοξο τρόπο όπου την ελευθερία θα την αντλεί ο καθένας ως πρόσωπο-ετερότητα από την υφιστάμενη ελευθερία του Όλου - ένα Όλον το οποίο ενώνεται από την αυτοπροσφορά της κατάργησης του Εγώ, είτε με τον δυτικό τρόπο της εξισωτικής ελευθερίας που οριοθετείται από τον νόμο δια των ατομικών δικαιωμάτων κατά την οποία η ελευθερία κάθε ατόμου σταματά εκεί όπου αρχίζει η ελευθερία του διπλανού. Και πάλι λοιπόν, ο πρώιμος Ράμφος βλέπει μια διάζευξη που προσπαθεί να υπαγάγει στην χωριστική της λογική την ενότητα δια της θέσμισης και την ενότητα δια της αυτοπροσφοράς. Γενικώς, μπορώ να του πιστώσω το ότι οι δυτικές κοινωνίες δεν κατάφεραν ποτέ με ιδιαίτερη επιτυχία να επιδείξουν την αλληλεγγύη της αυτοπροσφοράς, αλλά θα πρέπει να παραδεχτεί κανείς ότι στις προνεωτερικές κοινωνίες το τίμημα της εύθραυστης ενότητας δια της αυτοπροσφοράς ήταν άνθρωποι στην κρεμάλα, κάθε φορά που το πλήθος φαντασιωνόταν παρέκκλιση από το ιδανικό, δηλαδή προδοσία.
Ο Λυτρωτής (Βαθμ. 16/20)
600 σελίδες που διαβάστηκαν μέσα σε 4 μέρες σε παραλίες. Ήταν ένα καλό αστυνομικό μυθιστόρημα, που ομολογώ ότι δεν μπορούσες να σταματήσεις να το διαβάζεις. Το εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο δεν με είχε προδιαθέσει θετικά, μια και φιλοξενούσε τις συνηθισμένες τερατώδεις υπερβολές και αμετροέπειες που πλέον αποτελούν την εκ των ων ουκ άνευ γραφικότητα όλων των best seller: Το αποκορύφωμα γέλιου ήταν η εξής δήλωση (πάνω-κάτω): 'Είμαι ο τάδε, ο μεγαλύτερος συγγραφέας αστυνομικού μυθιστορήματος στον κόσμο. Ο Jo Nesbo σαν λυσσασμένο πιτμπουλ μου ορμάει και ετοιμάζεται να μου πάρει τα σκήπτρα.'

Περί της ιστορίας (χωρίς spoilers): Η κεντρική περσόνα του μυθιστορήματος είναι ο επίμονος πλην περιθωριακός εργένης (κατά το γνωστό κλισέ) επιθεωρητής Χάρι Χόλε που καταφέρνει και λύνει τα πάντα. Ένα συμβόλαιο θανάτου λαμβάνει χώρα στο Όσλο από τον κροάτη 'Μικρό Λυτρωτή' με μια πονεμένη ιστορία από τον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας. Ο επιθεωρητής Χάρι Χόλε τον κυνηγάει καθώς ο Μικρός Λυτρωτής ετοιμάζεται για δεύτερο χτύπημα, σκάνδαλα βιασμών και χρηματισμών ξεσκεπάζονται και σκεπάζονται, ενώ ο Χάρι Χόλε θα παρακάμψει τους κανόνες της Αστυνομίας που ρητά λένε ότι απλώς συλλαμβάνουν και δεν καταδικάζουν, και θα παίξει το ρόλο της Θείας Δίκης σε μια αρκετά καλή ανατροπή στο τέλος.

Μια χαρά για παραλία.
Amok (Βαθμ. 12/20)
Το απαλλοτρίωσα τις προάλλες από τη βιβλιοθήκη του παππού μου. Ένα μάτι στο εξώφυλλο, με ένα αιμάτινο σύννεφο να πλανιέται μπροστά από την κόρη, μου τράβηξε την προσοχή. Από πάνω, γραμμένη με κόκκινα γράμματα με σπαστές γραμμές, σαν βαμμένη σε τοίχο, στο ίδιο αιμάτινο χρώμα, η λέξη ΑΜΟΚ.

Είναι ένα μικρό βιβλίο με δυο νουβέλες που πραγματεύονται σχεδόν το ίδιο αντικείμενο. Δυο μικροί άνθρωποι, ένας γιατρός και ένας έμπορος, παραιτημένοι από την ζωή, μετά από ένα ασήμαντο εκλυτικό γεγονός βρίσκονται να στροβιλίζονται σε μια δίνη αλλόκοτων συναισθημάτων και οπερετικής υπερβολής. Έτσι, θα οδηγηθούν στο χαμό τους, απόλυτα αφημένοι στα πάθη τους, παραδίδοντας τη ζωή τους στην κάθαρση που δεν είχαν ποτέ επιχειρήσει να επιβάλλουν ηθελημένα, όσο ήταν καιρός. Είναι πάντως παρήγορη δικλείδα της φύσης το ότι υπάρχει σχεδόν πάντα η επιλογή του εσκεμμένου τέλους για να σώζει τους ανθρώπους από τη δειλία τους να αλλάξουν τη ζωή τους και φυσικά υπάρχει πάντα το αναπότρεπτο τέλος για να σώζει και όσους δείλιασαν έστω να επιλέξουν την ηρωική έξοδο μιας ανίερης ζωής.

Γενικώς το βιβλίο δεν είχε κάτι το ιδιαίτερο. Οι χαρακτήρες δεν είχαν βάθος, ούτε κάποιο που να περιγράφεται, ούτε κάποιο που να υπονοείται. Με κούρασαν λίγο οι εκτενείς περιγραφές τοπίων και ανθρώπων που ήθελαν να θυμίζουν Flaubert αλλά ήταν πολύ μακριά από την ενδόμυχη και εμπαθή παρατηρητικότητα του Γάλλου συγγραφέα, ενώ οι παρομοιώσεις ήταν επίσης συχνές και ήθελαν να θυμίζουν Ροΐδη αλλά επίσης ήταν πολύ μακριά από τον γεμάτο αυτοσυνείδητο σαρκασμό του μεγάλου Έλληνα μάστορα της γλώσσας. Βαρέθηκα και τον διάχυτο λυρισμό. Παραδέχομαι ότι λάτρης του λυρισμού δεν είμαι. Ως και στον Hesse, τον βαριέμαι στο τέλος. Δεν θέλω πολλές κουβέντες για την ψυχή των ανθρώπων· θέλω οι πράξεις τους να την αποκαλύπτουν.

Εν τέλει, σχετικά με το βιβλίο, βαριέμαι τους άνισους αγώνες. Μου φτάνουν οι αγώνες που βλέπω συνέχεια, των ανθρώπων που το Εγώ τους δεν ξέρει τι προσπαθεί να συμβιβάσει και κλυδωνίζονται χωρίς να καταλαβαίνουν τι συμβαίνει. Από τους ανόητους και ξιπασμένους, προτιμώ τους κακούς.
Το Αμερικάνικο Όνειρο· αυτή η τρυφηλή ενθουσιώδης παθητικότητα, ο ελαφρύς χρόνος που άσκοπα, άρα ηδυπαθώς χύνεται σ' ένα πολύχρωμο γαλήνιο βουητό. Το ασυνείδητο κυνήγι της ευτυχίας, του μοναδικού πράγματος που μπορεί να κυνηγήσει ο άνθρωπος, με τα πιο απρόσφορα μέσα που πάντα παγίδευαν στο τοπικό τους μέγιστο: τον πλούτο και το γόητρο. Εντέλει, το Αμερικάνικο Όνειρο όπως το περιγράφει ο Αμερικανός Flaubert ήταν η αγωνία να ταιριαστούν τα πράγματα έτσι, ώστε να βρεθεί στο κέντρο του σύμπαντος μια πρασιά με καλοκουρεμένο γκαζόν, κάτω από έναν ανέφελο ουρανό.

Σε αυτή την εποχή που όλα τα συναισθήματα έχουν διάρκεια ζωής μερικών δευτερολέπτων (τον ίδιο χρόνο που μπορεί η προσοχή να παραμείνει κάπου εστιασμένη) θα ερωτευθούν ο Γκάτσμπυ και η Νταίζη. Για την ακρίβεια όμως, όπως γράφει και ένας φίλος μου ποιητής, ο Γκάτσμπυ ερωτεύτηκε τον έρωτά του για την Νταίζη, ενώ η Νταίζη απλώς αφέθηκε να ποθείται...

Διαβάζοντας το βιβλίο, δύσκολα ο χαρακτήρας της Νταίζη δεν θα θυμίσει στον Έλληνα αναγνώστη εντόνως την Μαίρη Αρώνη ως Πάστα-Φλώρα, στο "μια τρελή-τρελή οικογένεια". Η Νταίζη απλώς είναι η πιο αμερικάνικη εκδοχή της: ελαφριά, ξιπασμένη, κυνική και μπλαζέ.

Το δραματικό γεγονός δημιουργείται από τη στιγμή που ο Γκάτσμπυ θα αρχίσει να αυτοπροσδιορίζεται ως αυτός που θέλει να κατακτήσει την Νταίζη και οργανώνει την ζωή του γύρω από αυτό. Ίσως γιατί το ειδύλλιο τους πλέχτηκε όταν ήταν φτωχός και δεν μπορούσε να έχει την Νταίζη, ένα πλουσιοκόριτσο, ίσως γιατί διακόπηκε βίαια από τον πόλεμο όπου ο Γκάτσμπυ πολέμησε, ίσως και για τους δυο λόγους, το ειδύλλιο ντύθηκε όλη τη σημειολογία ενός μεγάλου και μοιραίου έρωτα. Και σαν καλός αμερικανός, ξιπασμένος κι αυτός, ο Γκάτσμπυ έχτισε όλη την μετέπειτα ζωή του γύρω από αυτό το απωθημένο ειδύλλιο, πλούτισε, πάντα με τον αόριστο σκοπό να ξανακερδίσει την Νταίζη που στο μεταξύ μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος παντρεύτηκε χωρίς δεύτερη σκέψη τον θαμπωτικό στα μάτια της Τομ, πρώην διάσημο αστέρα του αθλητισμού και νυν πάμπλουτο χασομέρη.

Μετά τον πόλεμο, ο πλούσιος πλέον Γκάτσμπυ βυθίζεται στην ζωή που ονειρεύτηκε, έχοντας για άλλοθι τον έρωτά του για την Νταίζη. Δεξιώσεις γεμάτες εφήμερο ενθουσιώδες σούρτα-φέρτα, κουτσομπολιά και φήμες, ένας αδιάκοπος παροξυσμός... Ο Γκάτσμπυ διαστέλλει το χρόνο του ερωτικού κυνηγιού οργανώνοντας αδιάκοπα θορυβώδη πάρτυ για να τραβήξει την προσοχή του αθεράπευτου έρωτά του, απόντος όμως του θηράματος από τον όλο σχεδιασμό. Γι' αυτό ονομάζω την Νταίζη άλλοθι, αν και θα πρέπει να πιστώσω στον Γκάτσμπυ ότι έμεινε πάντα αμέτοχος στην ζωή που ονειρεύτηκε και απλώς τριγυρνούσε μειδιώντας σαν σκιά στα πάρτυ του, όπως κάποιος που επιθεωρεί αυτάρεσκα την παγίδα του, σίγουρος ότι σύντομα θα αιχμαλωτίσει το θύμα του.

Το ειδύλλιο όμως ανήκε οριστικά στο παρελθόν, και αν ήταν δια της βίας να ξαναερχόταν στο παρόν, θα ήταν μόνο για να σύρει τον πεισματάρη ρομαντικό - γι' αυτό και "υπέροχο" - Γκάτσμπυ στην καταστροφή.

Έτσι λοιπόν, ο Γκάτσμπυ, φτωχό χωριατόπαιδο που ήθελε πολύ να γίνει μέρος της τρυφηλής ζωής της Αμερικής του μεσοπολέμου και η πλούσια Νταίζη που ήταν η πύλη για αυτό τον ονειρεμένο κόσμο. Έτσι την ερωτεύτηκε· εξ' επαγωγής. Την ερωτεύτηκε πάντως. Όμως, όπως και στον πραγματικό έρωτα που εξ' αρχής αίτιο και αντικείμενο συμπίπτουν, μετά κι αν το αντικείμενο για πάντα χαθεί, το λαμπύρισμά του περασμένου έρωτα μένει ανεξίτηλο να σημαδεύει όλα τα πράγματα που κάποτε ακτινοβολήθηκαν από αυτόν. Κι ο Γκάτσμπυ, κυνηγώντας αυτό το χιμαιρικό φάσμα, θα βρεθεί σε αδιέξοδο που μόνο ένας από μηχανής θεός θα μπορέσει να τον απελευθερώσει.
Ο εχέφρων άνθρωπος προσαρμόζεται στον κόσμο, ενώ ο παράφρων προσπαθεί να προσαρμόσει τον κόσμο στον εαυτό του. Άρα, η πρόοδος οφείλεται στον παράφρονα.
-- George Bernard Shaw

Ο Καζαντζάκης έζησε όλη του τη ζωή βιώνοντας αδιάκοπα την νιτσεϊκή "αιώνια επιστροφή". Τα ηθικά και φιλοσοφικά ερωτήματα καθηλώνουν την καθημερινότητά του. Καίγεται, πρέπει να βρει απάντηση για να προχωρήσει, ωσάν κι οι πιο μικρές επιλογές του να βαραίνουν μέχρι το τέλος του κόσμου. Κι αν δεν βαραίνουν! Αν αυτό είναι παραφροσύνη, ο Καζαντζάκης απαντούσε: Αλίμονο σε όποιον αρχίζει τη ζωή του χωρίς παραφροσύνη!

Σαν παιδί, ο Καζαντζάκης έζησε κοντά στη γη, δέθηκε με το χώμα, αγάπησε την ύπαρξη, έπαιξε μαζί της και συλλογίστηκε μεγαλώνοντας μέσα σε μια κοινωνία γεμάτη αμορφωσιά, παραλογισμό, φόβο και ανθρώπους σε ημιάγρια κατάσταση. Τρυφεράδα από πατέρα δεν είχε. Ο πατέρας του ήταν καλός άνθρωπος αλλά θεριό αμίλητο, και μεγάλωσε χωρίς να ασχοληθούν ιδιαίτερα οι γονείς μαζί του, όπως όλα τα παιδιά τότε. Από μικρός είχε καλπάζουσα φαντασία· δεν τον χώραγε ο τόπος, ήθελε να τον γυρίσει το πάνω κάτω. Κι ενώ σε πολλά παιδιά συμβαίνει αυτό, καθώς περνάνε τα χρόνια το παιδί 'λογικεύεται' και 'βάζει μυαλό'. Βγαίνει από μέσα η ζωντάνια δηλαδή και μένει ένα ξέπνοο ανδρείκελο που γοητεύεται από τα 'φυσιολογικά' πράγματα. Ο Καζαντζάκης όμως, δεν έβαλε μυαλό ποτέ.

Σε όλα τα χρόνια της ζωής του, ταξίδεψε ασταμάτητα, γνωρίστηκε με ανθρώπους, φιλοσοφίες, θρησκείες, οδηγούμενος από αυτή την εσωτερική φλόγα που ανικανοποίητα ζητούσε την εξήγηση της ύπαρξης και απαιτούσε την εξύψωσή της. Τρία θέματα κάνουν συνεχώς την εμφάνισή τους στις υπαρξιακές του αναζητήσεις: ο Θεός, η μοίρα του ανθρώπου, και το χρέος των ανθρώπων. Με νου ανοικτό, ρουφούσε τα πάντα, έψαχνε παντού και έπαιρνε το δρόμο κάθε νέας γνώσης, τραβώντας τον μέχρι το τέλος του. Κατάφερνε λίγο να γαληνεύσει την ψυχή του, μα ύστερα πάλι δεν τον χωρούσε η νέα κοσμοθεωρία και πάλι άρχιζε να καίγεται ζητώντας αλλού απάντηση.

Μέσα στα χρόνια της ζωής του, βρήκε πρόσκαιρη ανάπαυση από την αναζήτησή του σε πέντε φιλοσοφικούς σταθμούς: Χριστός, Νίτσε, Βούδας, Λένιν, Οδυσσέας. Ο ίδιος αναφέρει τέσσερις σταθμούς παραλείποντας τον Νίτσε γιατί αισθάνθηκε ιδιαίτερα προδομένος. Παρακάτω υπάρχει σχετική αναφορά, όμως ένα γενικό σχόλιο είναι ότι αναπόφευκτα, πάνω στον παροξυσμό αναζητήσεων του και καθώς το ανήσυχο πνεύμα του τον τραβούσε παρακάτω, ο Καζαντζάκης παρεξήγησε βάναυσα τον Νίτσε. Φαίνεται πως του Νίτσε του πάει η παρεξήγηση, μια και ο πρώτος που τον παρεξήγησε ήταν η ανόητη αδελφή του, δίνοντας τον τροφή στο διεστραμμένο πνεύμα των Ναζί.

Πρώτος σταθμός λοιπόν ο Χριστός. Ο Καζαντζάκης σαν παιδί ήθελε να γίνει άγιος· τον γοήτευε η βαθιά καλοσύνη και ο ηρωισμός κάποιου πρόθυμου να πεθάνει για την πίστη του. Έτσι εμπνεύστηκε και τον τέλειο άνθρωπο, που τον σχηματοποίησε σαν ήρωα και άγιο. Αυτή η εξύψωση του ανθρώπου που αγωνίζεται να φτάσει τον Θεό ήταν και ο λόγος που γοητεύτηκε μικρός (αφού πρώτα οργίστηκε) από τη θεωρία του Δαρβίνου. Η μυστική ορμή, το Χρέος, η Κραυγή που ξεσήκωσε το δέντρο να γίνει 'σκούληκας' και τον 'σκούληκα' να γίνει Άνθρωπος, ένιωθε ότι ήταν η ίδια που ωθεί και τον Άνθρωπο, σε αυτή τη μεταβατική εποχή του, να γίνει κάτι πιο ψηλό, να σπρώξει τα στενά ανθρώπινα σύνορά του πιο πέρα. Γι' αυτό μαγεύτηκε και αγάπησε τον Χριστό· τον άνθρωπο που θέλησε να ενωθεί με τον Θεό, που θέλησε να γίνει Θεός, όπως ο 'σκούληκας' θέλησε να γίνει άνθρωπος.

Κατά τις αναζητήσεις του στον Χριστιανικό σταθμό, ο Καζαντζάκης ταξίδεψε στα μέρη που ήταν το λίκνο του Χριστιανισμού. Πήγε στο Άγιο Όρος, στο Όρος Σινά, σε μοναστήρια, συνάντησε καλόγερους, μοναχούς, παπάδες, γνώρισε την εκκλησιαστική και μοναστική ζωή. Όλα αυτά, όπως θα περίμενε κανείς, τα αποστράφηκε με την μεγαλύτερη δύναμη της ψυχής του. Αηδίασε με τους καλόγερους, μίσησε τους παπάδες και σιχάθηκε τις εκκλησίες, τις οποίες έκτοτε αποκαλούσε 'ταβέρνες ελπίδας'. Παρεμπιπτόντως, στο βιβλίο ο Καζαντζάκης περιγράφει γλαφυρά την επίσκεψή του στη Μονή Βατοπεδίου, η οποία μπόρεσε στις μέρες μας να μας χαρίσει ένα σκάνδαλο τέτοιων διαστάσεων, μόνο διότι από τότε, όπως περιγράφει ο συγγραφέας, οι εκεί καλοαναθρεμμένοι και στρουμπουλοί καλόγεροι ήταν ακλόνητα πιστοί στην τρυφηλή ζωή, στην απιστία και στα χωρατά. Εν τέλει, μετά από τις περιπλανήσεις του, καταλήγει στο ότι Σώμα και Ψυχή είναι αξεχώριστα στον άνθρωπο και δεν μπορείς να αγιάσεις αν το ένα από τα δυο δεν είναι έτοιμο. Πρέπει να χορτάσεις το σώμα σου και αυτός ο χορτασμός είναι μόνο που μπορεί να μετουσιωθεί σε πνεύμα. Οι δε υποκριτές καλογερεμένοι Χριστιανοί που αναποδογύρισαν όλες τις αξίες και τεμπέλικα εγκαταστάθηκαν στα όρη και στα μοναστήρια, οδήγησαν τον Καζαντζάκη στην πεποίθηση ότι το χρέος είναι να αγιάσεις παλεύοντας μέσα στη ζωή, δίπλα στους ανθρώπους. Δεν μπορείς να νικήσεις το θάνατο, μπορείς όμως να νικήσεις τον φόβο του θανάτου.

Οι παραπάνω εμπειρίες ήταν φυσικό να τον οδηγήσουν στον επόμενο φιλοσοφικό σταθμό του, τον Νίτσε. Στην ουσία της βέβαια, ίσως η μεταστροφή συντελέστηκε εξαιτίας της διάστασης μεταξύ της επαναστατικής διδασκαλίας του Ιησού και των γλυκανάλατων υπερβατικών ελπίδων του Χριστιανισμού που καπέλωσαν αυτή την επικίνδυνη διδασκαλία. Όπως και να είναι, ο Καζαντζάκης αγκάλιασε αμέσως τη φιλοσοφία κάποιου που αηδίαζε με κάθε βολική θεωρία, με κάθε θεωρία που εξυπηρετούσε φτηνά τον άνθρωπο. "Η καρδιά του ανθρώπου έχει πάντα ανάγκη από παρηγοριά και ο σοφιστής νους είναι πάντα έτοιμος να την εξυπηρετήσει", έλεγε. Ο Χριστιανισμός με τον παράδεισο και την αθανασία παραήταν βολικός για να είναι αληθινός. Ο Νίτσε του έδωσε την πιο ανέλπιδη πίστη, την πιο ανηφορική, που "αν ίσως όχι η πιο αληθινή, τουλάχιστον ήταν η πιο αντρίκια". Ο Νίτσε του έμαθε να δυσπιστεί σε κάθε αισιόδοξη θεωρία και να μην αφήνει την ψυχή του να καταδέχεται να ακούσει γλυκερές, παρήγορες θεωρίες, "σαν κι αυτές που πουλάνε στις εκκλησιές". Στην ψυχή του Καζαντζάκη γρήγορα λοιπόν αποκαθηλώνεται η θρησκεία, αποκαλύπτεται η υποκρισία και τα εργαλεία της, το φαύλο της διδασκαλίας της. Καταλαβαίνει ότι η κυβέρνηση του κόσμου είναι στα χέρια των ανθρώπων και ότι ο άνθρωπος και μόνον αυτός έχει χρέος να δημιουργήσει τάξη από το χάος, να ορίσει και να παράξει το νόημα της ύπαρξής του (υπαρξισμός).

Μετά, λόγω μιας μεγάλης παρεξήγησης ο Καζαντζάκης αναχωρεί και από τον σταθμό του Νίτσε. Ο Νίτσε, για αυτόν τον άνθρωπο που του δίδασκε να μην καταδέχεται βολικές διδασκαλίες και να διαλέγει τον ανηφορικό δρόμο, γι' αυτόν τον άνθρωπο είχε όραμα. Αυτόν τον μελλούμενο, τον ζητούμενο Άνθρωπο, την προσωποποίηση του υπαρξισμού που με ατσαλωμένη ψυχή δεν θα έχει ανάγκη από καμιά γλυκερή και παρήγορη θεωρία και ανεμπόδιστα θα μπορεί να παράξει ο ίδιος το νόημα της ζωής του, ο Νίτσε τον ονόμαζε Υπεράνθρωπο (Übermensch). Ο Καζαντζάκης παρεξήγησε τον Υπεράνθρωπο και πίστεψε ότι ο Νίτσε λύγισε κοιτάζοντας μέσα στην άβυσσο και έπλασε από την τρομάρα του ένα μελλούμενο σωτήρα, τον Υπεράνθρωπο, στα πρότυπα του χριστιανικού Ιησού και του χριστιανικού παραδείσου. Γνώμη μου είναι ότι η παρανόηση ήταν μεγάλη: Ο Υπεράνθρωπος δεν είναι σωτήρας, είναι ο ίδιος ο άνθρωπος, το δυναμικό του, η εξέλιξή του, ενώ ο Ιησούς είναι υιός θεού και ο παράδεισος δεν είναι παρά μια βολική ουρανοκατέβατη ελπίδα.

Μετά την απογοήτευση αυτή, ο Καζαντζάκης στρέφεται σε άλλο κήρυκα ανέλπιδου κηρύγματος: τον Βούδα. Ενώ είχε ξανακούσει για το κήρυγμα του Βούδα δεν ήταν ακόμα ώριμος να το καταλάβει. Μετά όμως που πίστεψε ότι ο Νίτσε λόγω της αρρώστιάς του είχε φτιάξει τον Υπεράνθρωπό του για να λυτρωθεί από τον επερχόμενο θάνατό του, κατευθύνθηκε προς τον προφήτη της ολοκληρωτικής λύτρωσης· από τους θεούς, από την ελπίδα και τον φόβο· από την ίδια την ύπαρξη (και την ανυπαρξία) εν τέλει: τον Βούδα. Ο Βούδας κηρύττει να ξεριζώσουμε την επιθυμία. Όπως τα φέρνει το σύμπαν, χωρίς αντίσταση, αυτό να ζεις και να λες 'αυτό θέλω'. Ουσιαστικά το κήρυγμα του Βούδα είναι η εσωτερίκευση της παντοδυναμίας της ματαιότητας. Όποιος πολεμά ελπίζει κι αντιστέκεται, κι όποιος ελπίζει δεν είναι λεύτερος. Έτσι ο Καζαντζάκης στη Βιέννη νιώθει για μια στιγμή ότι με το κήρυγμα αυτό μπορεί και ο ίδιος να μπει στο χαρούμενο ποτάμι των ανθρώπων που ζουν, ερωτεύονται, διασκεδάζουν, γεννάνε, χωρίς να τους τρομάζει η επερχόμενη άβυσσος. Φυσικά δεν θα τα καταφέρει· θα συναντήσει την σφοδρή αντίσταση της ψυχής του.

Η Νιρβάνα είναι η κεντρική σύλληψη του Βουδισμού και τοποθετείται πέραν του διπόλου 'ύπαρξη-μη ύπαρξη'. Η προβολή της Νιρβάνα πάνω στις ανθρώπινες διαστάσεις είναι αυτό που είδαν στο Βουδισμό ο Νίτσε και ο Καζαντζάκης: Μια φιλοσοφία που αποτελεί άρνηση της ζωής, μια προσπάθεια απόδρασης από μια ύπαρξη που εξουσιάζεται από τον πόνο. Όταν ο Καζαντζάκης  δεν ερχόταν αντιμέτωπος με τον ανθρώπινο πόνο και την δυστυχία, απορροφούνταν στην Βουδιστική ματιά, 'προς τί όλα αυτά;'. Όταν έβλεπε όμως τη φτώχεια και την εξαθλίωση γύρω του, αδυνατούσε να κρατηθεί από την φιλοσοφική ιδέα ότι όλα αυτά, κι ο πλούτος κι η φτώχεια, κι ο πόνος κι η χαρά είναι ανούσιες κι εφήμερες εκδηλώσεις μιας μάταιης ύλης. Ήταν ευαίσθητος και όταν έβλεπε τον πόνο ορκιζόταν να τον πολεμήσει. Τελικά ο Βούδας άντεξε μέχρι μια καλή συνουσία· πόσο παραπάνω να αντέξει στη γεμάτη ζωή και λαχτάρες καρδιά ενός Κρητικού;

Παρένθεση. Ο Καζαντζάκης είναι μεγάλος μάστορας του λόγου και αξεπέραστος στην οπτική σύλληψη των φιλοσοφικών ιδεών . Μεταξύ πολλών οξυδερκών περιγραφών που συλλαμβάνουν το 99.9999% της ουσίας της ιδέας που περιγράφουν, ξεχωρίζω την περιγραφή του Βουδισμού. Ίσως γιατί η μεγάλη αφαίρεση των συλλήψεων του Βουδισμού τις κάνει αρκετά ανθεκτικές στην τεχνική, φιλοσοφική περιγραφή, ενώ ο Καζαντζάκης με ένα λυρικό καταιγισμό εικόνων σε δυο σελίδες, σε κάνει άνετα να νιώθεις ότι ακούμπησες την βασική ιδέα.

Η μετάβαση από τον Βούδα στον επόμενο σταθμό πέρασε μέσα από τη φιλοσοφική γνωριμία με τον Άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης και τον  Άλμπερτ Σβάιτσερ τον οποίο θεωρούσε την σύγχρονη εκδοχή του. Τότε σιγουρεύτηκε πως κάθε αγωνιστής έχει χρέος να τραβήξει τον δρόμο που διάλεξε μέχρι τέλους.  Κι έτσι, μια και η καρδιά του Καζαντζάκη υπήρξε πάντα γεμάτη με τον πόνο των ανθρώπων, αποφάσισε πως ο δικός του δρόμος ήταν να αντιμάχεται τον πόνο και την αδικία. Παρεμπιπτόντως, ένας πυρήνας της προβληματικής του Καζαντζάκη είναι ο εξής: Ποιο είναι το χρέος αυτού που ζει μέσα σε ένα κόσμο γεμάτο πόνο και αδικία αλλά ο ίδιος συγκυριακά δεν υπόκειται στις ίδιες συνθήκες; [apropos, δεν εξηγεί στην αυτοβιογραφία του επαρκώς που έβρισκε τα λεφτά να ταξιδεύει διαρκώς...]. Δηλαδή ο κόσμος πεινάει και πονάει και ο ποιητής με την ευαισθησία του βιώνει αυτό τον πόνο και τον μετουσιώνει σε λυτρωτική ομορφιά-ποίηση. Λυτρωτική για ποιον όμως; Μήπως για τον ίδιο και τους άλλους ευαίσθητους που πονάνε κυρίως εξ' επαγωγής; Και λύτρωση από τί; Από το στοίχειωμα του να μην έχει ο ποιητής τη δυνατότητα να άρει τον πόνο, παρά μόνο μια πένα;  Και ακριβώς, μήπως η λυτρωτική ομορφιά κάνει τον άνθρωπο να ξεχνάει την πραγματική διάσταση του πόνου ή ακόμη πιο επικίνδυνα τον κάνει να λέει 'χαλάλι ο πόλεμος της Τροίας αν ήταν να μας δώσει ο Όμηρος την Ιλιάδα του'; Σκοπός μου γράφοντας δεν είναι η ομορφιά, είναι η λύτρωση, παραδεχόταν.

Κάπως έτσι ο Καζαντζάκης οδεύει προς τον επόμενο σταθμό του, τον Λένιν. Φεύγει από το Βερολίνο για Μόσχα, αυτή τη φορά για να απαλύνει τον ανθρώπινο πόνο μέσω της οικοδομήσεως του Κομμουνιστικού Θαύματος. Όμως και πάλι στο πίσω μέρος του μυαλού του στριφογύριζε ο Βούδας (ίσως ήταν κάποιο προαίσθημα για την κατάληξη του οικοδομήματος από πράγματα μικρά που έβλεπε, ορατά μόνο στην ευαισθησία ποιητών): Προς τί όλη αυτή η οχλοβοή, οι αγωνίες, κι ακόμα, ο ξέφρενος χορός; Όλα αυτά, έλεγε, είναι η κραυγή του κόσμου πριν την έκρηξη, πριν οι βάρβαροι ξεφράξουν την κοίτη του ποταμού του πνεύματος που με τον καιρό βάρυνε, έγινε ύλη και έκλεισε το δρόμο. Κάθε δύναμη αλλαγής ξοδεύει το πνεύμα της και φτιάχνει τέχνες, επιστήμη, φιλοσοφία - κι ύστερα το πνεύμα ξεθυμαίνει και σαν άστρο που τελείωσε τα καύσιμά του, λυγίζει από το βάρος του και καταρρέει μέσα του ώσπου η συμπύκνωση της μάζας θα δώσει την ενέργεια για την αναπόφευκτη έκρηξη που θα φέρει τη νέα αλλαγή. Αυτή η παρομοίωση θα γοήτευε νομίζω τον Καζαντζάκη. Έχει την συμπαντικών διαστάσεων μάχη που διέκρινε παντού ο Καζαντζάκης μεταξύ των προαιώνιων αντιπάλων: Το φως και το σκοτάδι. Το χρέος μας: Να συντασσόμαστε με το φως, με την αλλαγή και να τη ζυμώνουμε με το αίμα μας. Και το σημαντικότερο: Εδώ στη γη δίνεται ο αγώνας. Ούτε Βούδας να τον φυσάει και να εξαφανίζεται, ούτε Χριστός να τον σηκώνει στους ώμους του και να τον στέλνει στον ουρανό.

Δυστυχώς (ή ευτυχώς κατά τον ίδιο), ούτε ο Λένιν έμελλε να ήταν ο τελευταίος του σταθμός. Σύντομα κατάλαβε προς τα που όδευε η κομμουνιστική επανάσταση - πιστεύω δεν χρειάζεται να επεκταθώ - και έτσι προδομένος έφυγε για παρακάτω. Σαν αιώνιο παιδί που ήταν, δε σταματούσε ποτέ να ταξιδεύει και να ψάχνει· πίσω από τις μεγάλες συγκινήσεις της ζωής, τον Έρωτα, την Αρετή, την Αρρώστια, κι ακόμα τον Χορό και τον έναστρο Ουρανό, έψαχνε να βρει ποιος είναι ο Άνθρωπος. Όλα αυτά τα μυστηριώδη και γεμάτα δέος ζητήματα, ήταν πεπεισμένος ότι είχαν μια κοινή φύση και ουσία για την οποία διαρκώς αναρωτιόταν. Ήταν ο Βούδας; Ο Θεός; Ο Αγέρας;

Μια από τις μεγάλες, προσωπικές του συγκινήσεις υπήρξε πάντα η Κρήτη, εκεί όπου και γύριζε πάντα ανάμεσα στα ταξίδια του, τόσο τα φιλοσοφικά όσο και τα πραγματικά. Την Κρήτη κατά τον Καζαντζάκη την συνόψιζαν τρεις μεγάλες προσταγές. Πρώτη, ο έρωτας της ελευθερίας· να μην καταδέχεσαι να σκλαβώνεις την ψυχή σου, ούτε για τον παράδεισο. Δεύτερη· παιγνίδι παλικαρίσιο επάνω από την αγάπη και τον πόνο, επάνω και από τον θάνατο, και τρίτη: να συντρίβεις τα παλιά καλούπια, και τα πιο ιερά, όταν πια δεν σε χωράνε.

Πλέον, οδεύοντας ο Καζαντζάκης προς το φυσικό του τέλος, έκανε τη γνωριμία του Ζορμπά. Το αλήτικο, πετούμενο πνεύμα του Ζορμπά τον βοήθησε να μπορέσει να συνταιριάξει μέσα του όλες τις φιλοσοφίες που κατά καιρούς τον γοήτευσαν και τον απογοήτευσαν. Δεν ήταν λάθος αυτές είπε, αλλά ήταν οι απαραίτητες λοξοδρομήσεις καθώς πορευόταν στην ευθεία, στην άκρη της οποίας τον περίμενε η ουσία. Κι η ουσία αυτή, το κοινό στοιχείο πίσω από το κλάμα ενός μωρού, πίσω από κάθε γέλιο, πίσω από κάθε θλίψη και χαρά του ανθρώπου, πίσω από τον Έρωτα, τον Χορό, τον Ουρανό ήταν για τον Καζαντζάκη η κραυγή του μελλούμενου· αυτή η εσώτερη φλόγα που υπάρχει σε κάθε ύλη και την ξεσηκώνει να γίνει πνεύμα, σε κάθε δυναμικό και το σπρώχνει στην πραγμάτωσή του.

Στην 'Αναφορά' του, στο τέλος δηλαδή της διαδρομής του εμφανίζεται αρκετά ηττημένος· ήθελε, πάσχισε, μα δεν μπόρεσε να αναποδογυρίσει τη γη. Δεν μετάνιωνε όμως για τις προσπάθειές του. Στις ταραγμένες εποχές, όταν το παρελθόν μετουσιώνεται σε κάτι καινούριο, ακόμα και οι πιο γενναίες προσωπικές προσπάθειες είναι καταδικασμένες να αποτύχουν. Κι όμως αυτός δεν είναι λόγος για απραξία: οι αποτυχίες αυτές είναι γόνιμες γιατί ανοίγουν το δρόμο για αυτό που έρχεται και σαν άστρο φωτίζουν κι εμπνέουν τις προσπάθειες των επόμενων που θα ακολουθήσουν...

Αυτό το βιβλίο με εντυπωσίασε. Δεν είχα ξανασυναντήσει βιβλίο που να ξεκινάει τόσο δυνατά, με ποιητικό ύφος και τέτοια γάργαρη οξυδέρκεια και διεισδυτικότητα στα των ανθρώπων, και να τελειώνει με ένα ατέλειωτο, καταιγιστικό χείμαρρο φτηνής, γλυκερής μοναστικής προπαγάνδας που θα έκανε ακόμα και δύστυχα παιδάκια σε κατηχητικό να ανακατευτούν. Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή.

Στα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου, η Μάρω Βαμβουνάκη με πολύ μεγάλη ευστοχία πραγματεύεται πολλά ζητήματα που άπτονται της ψυχής και των ανθρώπινων επαφών. Ο εγωισμός, η φιλία, ο έρωτας, το πάθος, οι σχέσεις, η συγχώρεση· για όλα αυτά έχει να πει κάτι, δίνοντας πάντα πετυχημένα παραδείγματα, με τα περισσότερα να προέρχονται από την επαγγελματική της εμπειρία ως ψυχολόγος.

Έχει ωραία και σωστά πράματα να γράψει για τις σχέσεις κάθε είδους· ότι η θυελλώδης ερωτική σχέση που κατέληξε φιλία δεν υπήρξε ποτέ βαθιά και πραγματική ερωτική σχέση και ότι η σχέση ερωτική ή μη, στην οποία θα υπεισέλθει ο οίκτος είναι καταδικασμένη να πνιγεί μαζί με τους φορείς της σε δηλητηριασμένα νερά. Ακόμα, παρακάτω θα μου θυμίσει τον Nabokov όταν θα γράψει ότι οι άνθρωποι που παραπονιούνται διαρκώς ότι οι φίλοι τους ή οι σχέσεις τους τους προδίδουν ή τους παρατάνε, θα έπρεπε προφανώς να ψάξουν λίγο τον εαυτό τους, παρά να υποθέτουν ότι κάποιος θεεικός φαρσέρ τους διάλεξε για να κάνει την πλάκα του. Βέβαια καμιά έκπληξη· ο κόσμος θα προτιμήσει πάντα όποια εξήγηση εξυπηρετεί την αδράνειά του, όσο ανόητη κι αν είναι. Υπάρχει βέβαια αίτιο για όλα αυτά: Η Βαμβουνάκη γράφει για τα παιδιά κάθε εποχής που ποτέ δεν αντιμετωπίζονται ισότιμα με τους μεγάλους, ως ξέχωρες και ανεξάρτητες προσωπικότητες αλλά πάντα σαν ανίκανα νήπια, ακόμα και όταν δίνουν τον μεγάλο αγώνα της ενηλικίωσής τους, στην εκρηκτική εφηβεία τους.

Παρακάτω μιλώντας για το θέμα του έρωτα που εκφυλίζεται σε φιλία περιγράφει (για να τον αντιδιαστείλει) την περίπτωση ενός εξαιρετικά θυελλώδους έρωτα - σχεδόν παθολογικού. Μου δημιουργείται δε η εντύπωση από την περιγραφή της ότι τον προβάλει ως πρότυπο. Τον ονομάζει 'η ιερή τρέλα του έρωτα' και 'δεν λογοδοτεί σε ανθρώπινο νόμο'. Γνώμη μου είναι ότι οι άνθρωποι που ερωτεύονται χάνοντας κάθε ίχνος λογικής και διαλυόμενοι στο πάθος τους, είναι κατ' ανάγκη προβληματικές και ανολοκλήρωτες ψυχοσυνθέσεις. Κανένας άνθρωπος ψυχικά ισορροπημένος δεν μπορεί να ερωτευτεί με αυτό τον τρόπο. Τώρα, γι' αυτή τη γνώμη μου θα δεχτώ να με οικτίρουν οι παρομοίως ερωτευμένοι, αλλά δεν θα δεχτώ τα παλαμοκροτήματα των ανέραστων. Πάντως της δίνω δίκιο στο ότι πλέον ο κόσμος θέλει να παίξει το παιχνίδι του έρωτα άνευ ρίσκου και ότι ο έρωτας δεινοπαθεί κάτω από την υπερανάλυση· ο κόσμος δεν αφήνεται και δεν εκτίθεται στον έρωτα. Χώρια που η σημερινή ερωτική ελευθεριότητα υποσκάπτει την ευδοκίμηση αληθινού έρωτα. Μήπως αυτό όμως σημαίνει ότι αφού ο έρωτας εμπνέεται και δυναμώνει από τα εμπόδια, την καταδίωξη και το περιθώριο, αποτελεί εν τέλει το καταφύγιο ενός ψυχισμού που βασανίζεται από την πραγματικότητα και γυρεύει να αποκοπεί από αυτήν;

Το βιβλίο συνεχίζοντας την γλυκιά και ποιητική αφήγηση με αρκετές δόσεις αυτοψυχανάλυσης (είμαστε στα πρώτα κεφάλαια ακόμα) μιλάει για τα παιδιά και το πως στην αρχή της ζωής τους ζούνε στον 'άχρονο' χρόνο όπου δεν υπάρχει παρά μόνο το 'τώρα' που θέλουν αχόρταγα να ζήσουν. Εδώ η Βαμβουνάκη τα λέει τόσο όμορφα που βγάζω το καπέλο μου. Μιλάει για το τρομακτικό προτσές με το οποίο η παιδική αθωότητα συνετίζεται και προσγειώνεται διαρκώς μέχρις ότου παραχθεί ένας ενήλικος πονηρός, ικανός να 'τα καταφέρει' στον σημερινό κόσμο.

Μέχρι εδώ όλα καλά. Όμως από το κεφάλαιο 'Η ψυχανάλυση και το ιερό' και μέχρι το τέλος του βιβλίου, αλλάζει τελείως ο χαρακτήρας του. Οι κάποιες θεολογικές νύξεις και αναφορές των προηγούμενων κεφαλαίων γίνονται πλέον ωμή, αστήρικτη, κουραστική κατήχηση ανάλογης ποιότητας με αυτή που θα βρει κάποιος στα γεροντοκορίστικα φυλλάδια που μοιράζουν τα κατηχητικά μετά τον κυριακάτικο εκκλησιασμό.

Αυτό που θεωρώ ασυγχώρητο είναι οι ημιμαθείς επικλήσεις επιστημονικών 'αληθειών', όπως ότι ο άπιστος άνθρωπος πάσχει από μια εγκεφαλική έλλειψη. Μετά επικαλείται και Γιανναρά (μετρ της ημικατανόησης φυσικών επιστημών) αποτελειώνοντας το επιχείρημά της. Παρακάτω συναντάμε μερικές χοντρές αντιφάσεις όταν λέει ότι η πίστη μόνο σαν αποτέλεσμα ελεύθερης επιλογής έχει αξία ενώ μόλις παραπάνω υποστήριξε την βιολογική επιβολή της πίστης. Ύστερα λέει ότι για την τέχνη και το πνεύμα η έμπνευση κάτω από όλες τις εμπνεύσεις είναι η ελπίδα της μεταθανάτιας ύπαρξης. Αναρωτιέμαι ποια τέχνη και ποιο πνεύμα έχει υπόψιν της. Τα Ευαγγέλια ή την ορθόδοξη αισθητική; Προσωπικά μου φαίνεται ότι αντιθέτως, η επίγνωση του πεπερασμένου της ύπαρξης, το βέβαιο τέλος που μας περιμένει όλους ίδιο και σκοτεινό ανεξαρτήτως του πως και αν ζήσαμε, αυτό συνιστά την πραγματική έμπνευση και μας έχει δώσει αριστουργήματα. Όλα παράγονται από το βίωμα του παραλόγου μιας ύπαρξης που γνωρίζει το τέλος της. Βλέπε και Καμύ - ο μύθος του Σίσυφου.

Ακολούθως κάνει ένα διάλειμμα και περιγράφει εύστοχα το πως οι περισσότεροι άνθρωποι σήμερα ζουν σε πλήρη σύγχυση και επιλέγουν το ευχάριστο και εύκολο αντί του δυσκολότερου συνήθως χρήσιμου, αλλά και πως μετά πληρώνοντας το τίμημα αποκαθίστανται οι ισορροπίες της Ζωής (όχι της δικής τους) ώστε αυτή μακροπρόθεσμα να διατηρεί την αξία της και να μην γεμίζει με επιτυχημένους απατεώνες που την ευτελίζουν.

Οδεύοντας προς το κλείσιμο, το βιβλίο στο τρίτο και τελευταίο μέρος κάνει πάλι μια γυριστή. Μετά από όλη την απροκάλυπτη θεολογία και κατήχηση που υπέστημεν μόλις προηγουμένως, ακούμε την Βαμβουνάκη να προτείνει σαν στάση ζωής τη φιλοσοφία των Υπαρξιστών. Αυτοί πρώτα παραδέχονται το βέβαιον του τέλους, την απώτερη ματαιότητα της ύπαρξης και μετά προχωράν παρακάτω πάνω στο δόγμα ότι η ζωή δεν νοηματοδοτείται έξωθεν, αλλά είναι αυτό που την κάνουμε εμείς οι ίδιοι να είναι. Κάτι πιο αντίθετο με τις θρησκευτικές διδαχές που προπαγανδίζονται στο υπόλοιπο βιβλίο δεν υπάρχει.

Το διάλειμμα βέβαια δεν κρατάει και πολύ· η Βαμβουνάκη επιστρέφει ολοταχώς στη μετά θάνατον ζωή και σε μια ατέλειωτη ορθόδοξη κατήχηση όπου παρελαύνουν αμέτρητοι άγιοι, μάρτυρες, μοναχοί, πατήρ τάδε και πατήρ δείνα, επίσκοποι, καλόγεροι, προσκυνητάδες, με ατέλειωτα γλυκανάλατα (ενδείξεις ταπεινότητας και συντριβής) του στυλ "Πάω να βάλω τα παπούτσια μου. Έχω καιρό να πλύνω τα πόδια μου και φοβάμαι ότι λερώνω τη φύση", ή "Συγχώρησέ με, Θεέ μου, που με το να είμαι τυφλός βάζω τους ανθρώπους στον πειρασμό να κλέβουν". Έλεος κι αμήν.

Έλεος όμως δεν υπάρχει. Παρατίθεται ακολούθως και Paulo Coelho, ο Μέγας Γλυκανάλατος. Παρακάτω, ενδεικτική του ύφους του βιβλίου παραθέτει μια ιστορία του Σικελιανού όπου ο Χριστός με τους μαθητές του συναντάν ένα κουφάρι σκύλου που σαπίζει και λέει "Κοιτάχτε πως λάμπουν τα δόντια αυτού του σκύλου στον ήλιο, ωσάν το χαλάζι, ωσάν το κρίνο [...] αντιφεγγιά του Αιώνιου". Αλλά κάτι τέτοια δεν έγραφε ο Νέρων όταν πυρπόλησε τη Ρώμη; Νεύρωση της εξιδανίκευσης; Όχι θα πει η Βαμβουνάκη. Αυτά τα παραδείγματα δεν είναι όταν κάποιος επιμένει να τα βλέπει όλα ρόδινα και αρνείται την πραγματικότητα αλλά όταν είναι καθαρός τη καρδία. ΟΚ.



Το μεγάλο παράδοξο της ζωής είναι ότι για να έχεις πιθανότητα να τη ζήσεις ευτυχισμένος, πρέπει να έχεις την κοινότατη ιδιότητα να μην τη σκέφτεσαι. Αλλιώς, όσο περισσότερο τη σκέφτεσαι, τόσο το φρικτό, γεμάτο πόνο πρόσωπό της σου αποκαλύπτεται και σε συντρίβει. Ο πόνος κρύβεται ήδη στην φυσική δομή του κόσμου, είναι απαραίτητο συστατικό του, αφού η διάσταση του χρόνου αναγκαστικά οριοθετεί κάθε ύπαρξη. Αυτό το τραγικό σφιχταγκάλιασμα ύπαρξης και μη-ύπαρξης είναι δυνάστης φοβερός όταν η ίδια η ύπαρξη το αντικρύσει.

Από όλο το σύμπαν, το γνωστό τουλάχιστον, μόνο ο άνθρωπος έπεσε θύμα αυτής της παρενέργειας της ύπαρξης: Αντίκρυσε τον εαυτό του, απέκτησε αυτοσυνείδηση. Η γνώση του θανάτου παραλύει, επιταχύνοντας την έλευσή του, αλλά ο άνθρωπος αμύνθηκε λυσσαλέα· εφήυρε θεούς, αθάνατες ψυχές, μέλλουσα ζωή, σήκωσε ναούς. Οχυρωμένος στα πανίσχυρα τείχη της ιαματικής άρνησης, υπάρχει έως ότου να μην υπάρχει και κάνει όμορφα τον κύκλο του.

Αλίμονο σε αυτόν, που θα γεννηθεί έξω από τα τείχη και στη φουρτούνα θα έχει το κεφάλι της Μέδουσας στην πλώρη του. Αλίμονο γιατί θα ζήσει με μάτια δυο, μες τους τυφλούς ανάμεσα, και πάνω του θα κουβαλεί σαράκια επικίνδυνα, που όσων λογίζονται κανονικοί, τα 'χει η Λήθη τους καλά, καλά θαμμένα.

 Το άλλο παράδοξο της ζωής είναι ότι αν τη ζήσεις ευτυχισμένος, η πιθανότητα να αφήσεις πίσω σου κάτι που να επιζήσει και μετά το θάνατό σου είναι μηδαμινή. Αυτό είναι τουλάχιστον κάτι το θετικό: Κάποιος δυστυχεί μεν, αλλά άφηνει πίσω του κάτι για να ανακουφίσει άλλους που δυστυχούν. Γιατί κακά τα ψέματα, τα μεγάλα έργα, αυτά που χτίσαν την αθανασία τους πάνω στον πρόωρο θάνατο των δημιουργών τους (τον φυσικό ή όχι), προορίζονται για αυτούς που η τύχη δεν τους προίκισε με λήθη, δεν έχουν μάτια επιλεκτικά και ζουν τη ζωή ως τέτοια που πράγματι είναι.

Τον ένιωσα και τον πόνεσα πολύ τον Καρυωτάκη, και όταν έβλεπα τη σειρά του Τάσου Ψαρρά στην τηλεόραση, και όταν διάβαζα την ποίησή του. Η έλλειψη λήθης, η μεγάλη ευαισθησία του, αυτά τα χαρακτηριστικά που έχουν οι ποιητές και μεγαλουργούν και λείπουν από τους κοινούς θνητούς και ζουν τις ευτυχισμένες μικρές ζωές τους, δεν τον άφησαν να ζήσει μια κανονική ζωή. Ας διευκρινήσω ότι το 'κανονική' έχει εδώ απλώς τη σημασία που του δίνουν οι 'κανονικοί' άνθρωποι. Αλίμονο όμως, δεν είναι και το ζητούμενο. Ευτυχώς εμφανίζονται κάπου-κάπου και οι μη κανονικοί για να ξεπλένουν την τιμή του γένους για λογαριασμό των υπολοίπων. Όπως και να έχει πάντως, ο Καρυωτάκης είχε την επιπλέον ατυχία να ζήσει στις άθλιες, μίζερες, ασταθείς και υποκριτικές συνθήκες της εποχής του. Σε μια εποχή που μύριζε θάνατο λοιπόν, από τα σανατόρια της φυματίωσης, το δράμα των προσφύγων, μέχρι τα 'χρηστά ήθη' και το μήκος της φούστας, ο Καρυωτάκης έγραψε την Πρέβεζά του...

Οι σαρκαστικοί στίχοι στην Πρέβεζα αλλά και σε πολλά ποιήματά του, δείχνουν ότι δεν ήταν παθητικός στον πόνο του, εντελώς απορροφημένος από αυτόν, αλλά τον πάλευε, τον αντιμετώπιζε με σαρκασμό - κάτι που ένας καταθλιπτικός δεν κάνει.
Γεννήθηκε, μεγάλωσε στη δυστυχία, βίωσε ενσυνείδητα μέχρι τελευταία στιγμή τον πόνο και έφυγε. Δεν υπήρξε ποτέ αντικείμενο ψυχιατρικού ενδιαφέροντος. H φυγή του, δεν υπήρξε φυγή από τον εαυτό του όπως είναι οι περισσότερες αυτοκτονίες, αλλά φυγή από αυτά που τον αηδίαζαν γύρω του.

Στην ποίηση του Καρυωτάκη, είναι μόνιμα παρών ο θάνατος, η λήθη, η ματαιότητα. Σπάνια συναντιέται η χαρά, και τότε πάλι όμως πάνω της ρίχνεται ο Θάνατος. Είναι ελάχιστες οι φορές που η χαρά και η ομορφιά θα επιβιώσουν μέχρι τον τελευταίο στίχο (Χαρά - συλλογή "Νηπενθή"). Η έμπνευση συχνά θα έρθει από το παράδοξο λίγης ομορφιάς μέσα στη θλίψη που όμως κι αυτή είναι βασανιστική γιατί μπαίνει ο ίδιος (και πονάει) στη θέση της μυγδαλιάς που φύτρωσε στο βούρκο
(Άνοιξη - συλλογή "Ο Πόνος του Ανθρώπου και των Πραμάτων"), ή της γλυκιάς νύχτας που άνθισε μέσα σε μαύρες μέρες (Μόνο - συλλογή "Νηπενθή"). Με λίγα λόγια, βιώνει τραυματικά τον πόνο της ύπαρξης, από αυτή ενός ανθρώπου, μέχρι αυτή ενός λουλουδιού, βλέπει παντού την αόρατη για τους άλλους ματαιότητα, το αποτρόπαιο αναπόφευκτο τέλος.

Ο Καρυωτάκης αργά ή γρήγορα θα αυτοκτονούσε. Είχε ψυχισμό που τον καθιστούσε ιδανικό αυτόχειρα, σίγουρα όχι σαν αυτόν που ειρωνεύεται στο ομότιτλο ποίημά του. Θα πάρω το ρίσκο της εικασίας ότι η σύφιλη που είχε, αποτέλεσε μέσα του απλώς ένα καταλύτη που επιτάχυνε τις εξελίξεις.

Αυτές οι λίγες παράγραφοι δεν στοχεύουν φυσικά σε μια ολοκληρωμένη γνώμη πάνω στο έργο του Καρυωτάκη. Είναι απλώς κάποιοι προβληματισμοί που μου γεννήθηκαν καθώς τον διάβαζα. Όπως και να έχει, τον ένιωσα τόσο κοντά μου, τον πόνεσα τόσο πολύ, που νομίζω θα είναι πάντα φίλος μου.

Vladimir Nabokov - Lolita(Βαθμ. 17/20)
Αφού τελείωσα το διάβασμα του βιβλίου, πέρασα δυο εβδομάδες προσπαθώντας να το ταξινομήσω μέσα στο κεφάλι μου. Αποδείχτηκε εξαιρετικά ανθεκτικό, αφού πρόκειται για ένα βιβλίο που μέσα στις σελίδες του φωλιάζουν πολλά βιβλία ταυτόχρονα: Η Λολίτα είναι ένα μεταμυθιστόρημα, ένα φιλοσοφικό πόνημα, είναι μια παρωδία αστυνομικού μυθιστορήματος, μια παρωδία όλων των τύπων γραφής, μια παρωδία ψυχολογίας, μια παρωδία πορνογραφήματος και ακόμα, μια παρωδία του εαυτού του ως μυθιστόρημα.

Με όπλο την εκπληκτική ευρυμάθειά του, ο Nabokov, ο οποίος γύρω στο 1970 θεωρούνταν ο σημαντικότερος εν ζωή Αμερικανός συγγραφέας, μέσα στις σελίδες του βιβλίου του χλευάζει, διακωμωδεί, σατιρίζει, δημιουργεί ιστούς, παγιδεύει εκεί ανύποπτους αναγνώστες και ήρωες κι ύστερα σκίζει τους ιστούς αφήνοντας τα θύματά του μετέωρα, κι όλα αυτά με υπαινικτικό, συχνά αδιόρατο για το απαίδευτο μάτι τρόπο. Αυτό το πετυχαίνει στήνοντας ένα ολόκληρο πέπλο υπαινικτικών λογοτεχνικών κυρίως αναφορών, εμβόλιμων στην ιστορία, αρκετών εκ των οποίων μόνο διαβασμένοι φιλόλογοι του παλιού καιρού θα ανίχνευαν. Οι αναφορές πάντως δεν περιορίζονται στη λογοτεχνία. Υπάρχουν αναρίθμητες άλλες αναφορές σε μέρη, σε λεπιδόπτερα (ο Nabokov ήταν δεινός λεπιδοπτερολόγος - υπάρχουν πεταλούδες με το όνομά του), στην ψυχολογία, αλλά και στο ίδιο το μυθιστόρημα οι οποίες μαζί με μια πλούσια ύφανση από θραύσματα γεγονότων της εποχής, κομμάτια φράσεων ηρώων βιβλίων και άλλα απανθίσματα από τις γνώσεις του Nabokov απαρτίζουν το σκηνικό στο 'ναμποκοφικό κουκλοθέατρο' όπως το αποκαλεί ο ίδιος ο συγγραφέας. Πρέπει δε να διευκρινιστεί ότι όλες οι αναφορές, τα λογοπαίγνια και άλλες ασυνήθιστες χρήσεις της γλώσσας δεν εξυπηρετούν πάντα τη μυθοπλασία, και συχνά ούτε καν τη μετα-μυθοπλασία (την παρώδηση πχ. της μυθοπλασίας) αλλά περιέχονται για την καθαυτή αισθητική απόλαυση, όπως και στον James Joyce (ο οποίος δια μέσου σχετικών αναφορών, συχνά-πυκνά μνημονεύεται).

Η έκδοση που έπεσε στα χέρια μου έχει μια εκτενέστατη εισαγωγή 100 περίπου σελίδων, ενώ έχει και 170 σελίδες με επεξηγήσεις των περίπου 830 αναφορών, χωρίς τις οποίες τα βαθύτερα επίπεδα του βιβλίου θα παρέμεναν ερμητικά κλειδωμένα. Όλες αυτές τις αναφορές, ο ταλαίπωρος θαυμαστής και μελετητής του Nabokov, ο φιλόλογος Alfred Appel Jr. τις ξετρύπωσε και τις παρέθεσε με εκτενείς επεξηγήσεις. Μάλιστα ανακάλυψε και ακούσιες αναφορές που ο Nabokov δεν είχε βάλει ενσυνείδητα!

Φαντάζομαι τον Nabokov με τη γλώσσα απ'έξω, κοροϊδευτικά - προς όλους τους φερέλπιδες ξεσκεπαστές κρυμμένων συμβολισμών. Ο Nabokov, δηλωμένα μισεί τους συμβολισμούς. Γι' αυτό και οι κόσμοι που πλάθει είναι γεμάτοι άλλοτε επιφανειακούς και άλλοτε βαθύτερους συμβολισμούς, που μόλις πείσει τους αναγνώστες για την ύπαρξή τους, δημιουργεί καταστάσεις που τους καταλύουν, αφήνοντας έκθετους και αμήχανους τους περήφανους ερμηνευτές. Παραδείγματα αμέτρητα. Ένα χτυπητό είναι η ίδια η Λολίτα. Η Λολίτα είναι το νυμφίδιο του βιβλίου και συχνά παρομοιάζεται με πεταλούδα· πεταλούδα, ή πεταλουδίτσα όμως είναι και η πόρνη, η νύμφη, και καθώς το βιβλίο εξελίσσεται και μαζί του εξελίσσεται και η Λολίτα σε μια τέλεια πόρνη, ο αναγνώστης επενδύει πάνω σε αυτό το συμβολισμό. Στο τέλος όμως θα έρθει ο Nabokov να παρωδήσει αυτό τον συμβολισμό αποκαλύπτοντας μια άγνωστη, λανθάνουσα Λολίτα μετά την αποφυλάκισή της από τα κάγκελα της ιδεοληψίας του πατριού της.

Ένας άλλος πολύ κεντρικός συμβολισμός που πλάθει ο Nabokov για να τον παρωδήσει και να τον σπάσει στο τέλος είναι η ιδέα της διπλής προσωπικότητας· ο καλός και ο κακός εαυτός. Έτσι, ο παιδόφιλος αλλά και τραυματισμένος και βαθιά ερωτευμένος χαρακτήρας του βιβλίου λέγεται Χάμπερτ-Χάμπερτ, όπου πέρα από το διπλό όνομα που με προφανή συνειρμό οδηγεί στο δίδυμο καλού-κακού, υπάρχει και το λογοπαίγνιο Humbert-Hombre(άνδρας στα Ισπανικά)-Ombre(σκιά στα γαλλικά). Ο άνδρας-σκιά λοιπόν, στη Λολίτα προσωποποιείται και καταδιώκει τον Χάμπερτ για να του πάρει τη Λολίτα και λέγεται Κλέρ Κίλτυ. Ο Κίλτυ παρόλο που καταδιώκει τον Χάμπερτ, τον κακό παιδόφιλο, και άρα εξ αντιδιαστολής ο ίδιος ξεκινά ως 'καλός', λέγεται Κίλτυ, δηλαδή 'guilty - ένοχος'.

O Nabokov, κάνοντας τον Κίλτυ τόσο φανερά ένοχο, παρωδεί εξαρχής τη σύμβαση του διακριτού σχήματος καλού-κακού. Και στο τέλος του μυθιστορήματος, όταν πια επέρχεται για τον X.X. η ηθική αποθέωση με την απαλλαγή του από την νυμφιδιολατρεία και την διακήρυξη της αγάπης του για τη Λολίτα που πλέον δεν ήταν νυμφίδιο (άρα απαλλάσσεται στην πράξη από τον κακό του εαυτό), ο Nabokov καταφέρνει άλλο ένα διπλό χτύπημα στη σύμβαση καλού-κακού: έχοντας αντιστρέψει τους ρόλους καλού-κακού σωσία, ο Χ.Χ. σκοτώνει άλλη μια φορά τον κακό του εαυτό, σκοτώνοντας τον Κίλτυ, ένας φόνος που είναι μεν απαραίτητος στο σενάριο καλού-κακού, όμως έχει ήδη καταστεί περιττός, αφού ήδη έχει σκοτώσει τον κακό του εαυτό στην πράξη απαλλασσόμενος από τη νυμφιδιακή ιδεοληψία του.

Το σχήμα του Διπλού εαυτού παρωδείται ακόμα από το γεγονός ότι ο Κίλτυ, ο οποίος κατά την εξέλιξη της μυθοπλασίας έχει αποδειχθεί πραγματικά κακός αφού γυρίζει ακατάλληλες ταινίες με ανήλικα, είναι στην πραγματικότητα σεξουαλικά ανίκανος, και άρα ανίκανος να επιτελέσει το συμβολικό ρόλο του ως κακός. Αν ο χειρισμός του διπόλου καλού-κακού φαίνεται περίπλοκος, είναι γιατί απλώς ο Nabokov εναλλάσσει διαρκώς τις ταμπέλες, ώστε να περιγελά και να αφήνει μετέωρους όσους τις χρησιμοποιούν σαν εργαλείο ερμηνείας, αντίληψης και καλουπώματος της μυθοπλασίας του.

Η μυθοπλασία του Nabokov θέλει το βιβλίο που κρατάμε στα χέρια μας να είναι τα απομνημονεύματα που έγραψε ο Χ.Χ., ο παιδόφιλος, κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του στην ψυχιατρική πτέρυγα των φυλακών. Η ιστορία του Χ.Χ. ξεκινά ή καλύτερα σφραγίζεται, όταν
σε ηλικία περίπου 12 ετών, ο πρώτος του μεγάλος έρωτας, η Άνναμπελ, πεθαίνει από τύφο αφήνοντας ανολοκλήρωτη την σωματική τους επαφή. Το τραυματικό σοκ του θανάτου, χαράζει τον ματαιωμένο πόθο στον ψυχισμό του Χ.Χ. και τον καθηλώνει σεξουαλικά στη λατρεία εκείνης της ηλικίας· έτσι, ένας παιδόφιλος γεννιέται.

Ο Χ.Χ. σε αντίθεση με ένα κλασσικό παιδόφιλο, νοιάζεται πολύ να μην προκαλέσει κακό στη Λολίτα. Έτσι πάνω της πλάθει το αντικείμενο του πόθου του, και πραγματικά το ποθεί και το λατρεύει από τα βάθη του. Στο κλείσιμο του πρώτου μέρους του βιβλίου, όταν το κυνήγι της "πεταλούδας" έχει πια ολοκληρωθεί με την κυνική, ολοκληρωτική και κυρίως οικειοθελή σαρκική παράδοση της Λολίτας στον μαγεμένο κυνηγό Χ.Χ., παρατηρεί κανείς ότι ο Χ.Χ. δεν είναι εκστασιασμένος με την εξέλιξη όπως θα περίμενε κανείς· είναι γιατί το πάθος του δεν είναι σαρκικό, αλλά ως ενσάρκωση ενός ματαιωμένου πόθου, παραμένει εγκεφαλικό και άρα εξ' ορισμού ανικανοποίητο.

Η Λολίτα, σαν καλό νυμφίδιο, δίνει το σώμα της στον Χ.Χ. αλλά ποτέ την ψυχή της, και σίγουρα όχι τον έρωτά της. Έτσι το άσβεστο πάθος του Χ.Χ. μένει πάντα μετέωρο και από τρυφερό και ευαίσθητο σταδιακά τον μεταμορφώνει σε άμοιρο δούλο ενός πάθους που τον αναγκάζει να το αποτιμά σε σεντς· τα σέντς που του εκβιάζει η Λολίτα για να τον αφήνει να το ικανοποιεί. Αυτή η συναλλακτική σχέση κάνει με τη σειρά της τη Λολίτα μια σκληρή, κυνική και βαριεστημένη πόρνη που ο Χ.Χ. την έχει ανάγκη, την ποθεί και την χρειάζεται, και εκείνη το ξέρει και τον εκμεταλλεύεται. Ποιος όμως είναι ο θύτης και ποιο το θύμα; Δεν μπορεί να πει κανείς γιατί όλοι μοιράζονται όλους τους ρόλους, και όλοι είναι παγιδευμένοι από κάτι: ο Χ.Χ. από την πρωταρχική τραυματική του εμπειρία, η Λολίτα από τον νυμφιδισμό της, η Λολίτα από τον Χ.Χ., ο Χ.Χ. από τη Λολίτα, και όλες αυτές οι φυλακές μαζί συνθέτουν τη μεγάλη φυλακή του Nabokov (ή το 'κουκλοθέατρό' του, αν προτιμάτε) όπου όλοι μαζί είναι παγιδευμένοι· συχνά δε, κι ο αναγνώστης.

Ο αναγνώστης για παράδειγμα, παγιδεύεται στην εικόνα που σχηματίζει για μια ρηχή, νωθρή Λολίτα, ένα είδος ανδροειδούς με καλοπρογραμματισμένα στερεότυπα συμπεριφοράς και σεξουαλισμό παρόμοιου στερεοτυπικού χαρακτήρα. Όμως στο κεφ. 32 φαίνεται πως ελάχιστα κάτω από αυτή την επιφάνεια υπάρχει παγιδευμένος ένας βαθύς πόνος, η σιωπηλή κραυγή μιας κλεμμένης παιδικότητας...

Καθώς η ιστορία πηγαίνει προς την ολοκλήρωσή της, ο Χ.Χ. αρχίζει να εμφανίζει νευρώσεις και να λυγίζει κάτω από το χωρίς ανταπόκριση πάθος του για τη Λολίτα, αλλά και από τη σταδιακή συνειδητοποίηση του τί της είχε προξενήσει. Προς το τέλος της διαδρομής, μιας διαδρομής όπου ο Χ.Χ. κρατά τη Λολίτα φυλακισμένη στο δικό του κόσμο εμμονών και διαστροφών, ο Χ.Χ. θα φθάσει την ηθική αποθέωσή του, όπως προτιμάει να το λέει ο Nabokov, καθώς θα καταφέρει να ξεφύγει από τον σολιψισμό της πορείας του. Θα καταφέρει να αντιληφθεί τί έκανε στη Λολίτα και θα καταφέρει να ξεφύγει από τη νυμφιδιολαγνεία και τη σεξουαλική καθήλωσή του.

Ένα σκοτεινό σημείο της τεχνικής του Nabokov είναι οι συμπτώσεις. Οι αμέτρητες συμπτώσεις, αλλού προφανείς κι αλλού υπαινικτικές που διατρέχουν συνέχεια το μυθιστόρημα και για τις οποίες ο συγγραφέας λέει ότι από ένα σημείο και μετά, το πλήθος των συμπτώσεων συνιστά μια νέα αλήθεια. Ο Nabokov κάνει ότι μπορεί για να θυμίζει στον αναγνώστη, αλλά και στους ήρωές του (έτσι μετατρέπει και τον αναγνώστη σε ήρωα-υποχείριό του), ότι έχει να κάνει με ένα κουκλοθέατρο όπου ο Nabokov ορίζει την πραγματικότητα και όχι με την αφήγηση μιας πραγματικής ιστορίας, δηλαδή με μια νατουραλιστική μυθοπλασία. Οι ήρωες του Nabokov είναι ό,τι είναι και οι άνθρωποι-αναγνώστες στην 'πραγματικότητα': μαριονέτες φυλακισμένες σε ένα κόσμο όπου τα νήματα τραβιούνται από ένα συγγραφέα-Θεό, έναν ιθύνοντα νου που αρέσκεται μάλιστα να περιφέρεται ανάμεσα στα δημιουργήματά του, εγγυητής της πλοκής και σιωπηλός συνεχιστής της. Το ερώτημα είναι γιατί ο Nabokov χρησιμοποιεί αυτή την τεχνική; Εικασία μου είναι ότι θέλει να υπαινιχθεί ότι όπως αυτός φυλακίζει τους ήρωές του στις δυο διαστάσεις των σελίδων ενός μυθιστορήματος, έτσι και εμείς όλοι μας, άνθρωποι υποτίθεται του 'πραγματικού' κόσμου, ίσως να μην είμαστε τίποτα παραπάνω από τις μαριονέτες μιας απλώς διακριτικότερης Θεεικής φάρσας...

Τέλος, προειδοποίηση προς αναγνώστες που θα επιχειρήσουν να διαβάσουν τη Λολίτα για σεξουαλική τέρψη: Μαζέψτε τα σάλια σας, η Λολίτα δεν είναι για σας...

Να και κάτι πρωτότυπο! Η ιστορία της αναζήτησης των θεμελίων των μαθηματικών μέσα από ένα καλοσχεδιασμένο κόμικ, με πρωταγωνιστή τον αγαπημένο μου Bertrand Russell, τον νομπελίστα φιλόσοφο. Από τις μυθιστορηματικές σελίδες του Logicomix παρελαύνουν όλοι οι φιλόσοφοι της λογικής: Kurt Goedel, Ludwig Wittgenstein, Alfred Whitehead, Gottlob Frege, Hilbert, Cantor και πολλοί άλλοι - όλοι αυτοί, στους οποίους οι ενασχολήσεις, οι προβληματισμοί, και οι στοχασμοί τους ήταν τέτοιοι, που ο μέσος σημερινός άνθρωπος θα τους εξασφάλιζε την ταμπέλα 'θεοπάλαβοι χασομέρηδες' - πράγμα αδιάφορο γιατί την είδαμε και την προκοπή του 'μέσου μυαλωμένου ανθρώπου'.

Όταν σαν μαθητές πρωτοακούμε το παράδοξο του Επιμενίδη του Κρητικού που λέει ότι "οι Κρητικοί λένε πάντα ψέματα", σαν συνειδητοποιούμε ότι η πρόταση αυτοαναιρείται και δεν στέκει (αφού ο Επιμενίδης είναι κρητικός και άρα σύμφωνα με την πρότασή του λέει ψέματα) εντυπωσιαζόμαστε λίγο από το ταχυδακτυλουργικό και πάμε παρακάτω. Όμως δεν είναι απλώς ένα ταχυδακτυλουργικό: είναι ο ήχος μιας κανονιάς στα θεμέλια των μαθηματικών και της λογικής...

Να γιατί, με απλά λόγια: Το ιερό δισκοπότηρο στα μαθηματικά ήταν να αποδειχθεί η αποδειξιμότητα κάθε μαθηματικής πρότασης. Αν αποδεικνυόταν αυτό, τότε θα μπορούσε να στηριχθεί όλο το μαθηματικό οικοδόμημα σε γερά θεμέλια και να επεκταθεί περαιτέρω. Ο Kurt Goedel απέδειξε όμως με το θεώρημα της μη-πληρότητας ότι υπάρχουν μαθηματικές προτάσεις που δεν μπορούν να αποδειχθούν και άρα μένουν να αιωρούνται, ορθές πάνω από το μαθηματικό οικοδόμημα που προκύπτει από τα θεωρήματα που στηρίζονται στα λίγα αξιώματα.

Ή για να το θέσουμε αλλιώς: Από τα λίγα αξιώματα, με συνδυασμούς τους προκύπτουν με αυστηρά μαθηματικό τρόπο κάποια θεωρήματα που οι συνδυασμοί τους με άλλα θεωρήματα και αξιώματα δίνουν κι άλλα θεωρήματα και έτσι συνεχώς η μαθηματική γνώση πλουτίζεται και με νέες ανακαλύψεις. Όσοι πριν τον Goedel θέλησαν να θεμελιώσουν τα μαθηματικά, πίστεψαν ότι με αυτή τη μέθοδο θα μπορούσε όλη η Αλήθεια των Μαθηματικών να εμφανιστεί. Είχαν δυστυχώς άδικο. Ένα παράδειγμα: Πέρα από το 2, δεν έχουν βρεθεί ζυγοί πρώτοι αριθμοί. Αν ο Goedel είχε αποδείξει ότι όλες οι μαθηματικές προτάσεις μπορούν να αποδειχθούν, τότε θα είχε νόημα να ψάξουμε να βρούμε την απόδειξη της πρότασης "Δεν υπάρχουν ζυγοί πρώτοι αριθμοί, πλην του 2". Ενώ τώρα επιπλέον της αβεβαιότητας μήπως ο επόμενος πρώτος αριθμός μας βγεί ζυγός, έχουμε και την αβεβαιότητα μήπως η πρόταση όντως ισχύει, αλλά δεν υπάρχει απόδειξη οπότε μάταια την ψάχνουμε.

Λίγα λόγια για το τρομακτικής σημασίας θεώρημα της μη-πληρότητας του Goedel:
"Ένα σύστημα δεν μπορεί να είναι πλήρες και συνεπές"
Εξήγηση:
πλήρες σύστημα -> ό,τι είναι αληθές μπορεί να αποδειχθεί με λογικούς συμπερασμούς
συνεπές σύστημα -> δεν μπορούν να δημιουργηθούν/εκφραστούν μέσα του αντιφάσεις


Άποψή μου είναι ότι το θεώρημα της μη-πληρότητας του Goedel έχει δυσάρεστες φιλοσοφικές συνέπειες. Εννοεί ευθέως ότι υπάρχουν αλήθειες που δεν μπορούμε να τις φτάσουμε με τη λογική μας. Μπορούμε ίσως να ψηλαφήσουμε την ενδεχόμενη ορθότητά τους μέσω των τεκμηρίων τους, αλλά ποτέ να την αποδείξουμε. Από αυτή τη μικρή χαραμάδα, δεν θέλει πολύ κόπο για να γλιστρίσει μέσα ο μυστικισμός και η θεολογία. Είναι το ιδανικό πάτημα για κάποιον που έχει ως μόνα εφόδια μερικές ενδείξεις, να θέλει να δεχθούμε την όποια πίστη του ως Αλήθεια, μόνο και μόνο επειδή ίσως είναι από τις περιπτώσεις που δεν μπορούμε απαραίτητα να φτάσουμε εκεί με την λογική.

Αν υποθέσουμε (και θα ήταν μια δίκαιη υπόθεση) ότι όλα ανάγονται σε μαθηματικά, είναι προφανές ότι ο κόσμος, το σύμπαν, πρέπει να είναι συστήματα συνεπή. Άρα, το νόημα του κόσμου, το νόημα της ύπαρξης πρέπει να είναι η κορωνίδα των θεωρημάτων, το τελικό συμπέρασμα από όλους τους συνδυασμούς αξιωμάτων - η κορυφή του λογικού οικοδομήματος. Το οποίο μόλις προκύψει σαν προϊόν σκέψης, το σύστημα θα έχει γίνει πλήρες - άρα ασυνεπές. Άτοπον. Άρα το σύμπαν δεν έχει λόγο ύπαρξης, δεν έχει νόημα. Άρα αν θέλουμε σώνει και καλά να βρούμε λόγο ύπαρξης πρέπει να καταφύγουμε σε κάτι εκτός κόσμου για να τον νοηματοδοτήσει, αποφεύγοντας το παράδοξο, και γεννώντας ένα Θεό, ένα τραγικότερο δηλαδή παράδοξο, όπως συνέβη και στον Wittgenstein.

Leo Tolstoy - Anna Karenina (Βαθμ. 13/20)
Το μεγαλύτερο μυθιστόρημα που διάβασα ποτέ μου - 1241 σελίδες, σε 4 τόμους! Σε αυτές τις σελίδες, με τερατώδεις δόσεις όχι βαρετής ομολογώ φλυαρίας, ξετυλίγονται οι παράλληλες ιστορίες της Άννας Καριένινας και του Κωνσταντίν Ντμίτριτς Λιέβιν.

Η Άννα Καριένινα, παντρεμένη με τον Αλιεξέι Καριένιν, τελείως ανέραστο, εντόνως θρησκευόμενο και βαρετό τύπο, καριερίστα ανώτερο δημόσιο υπάλληλο και Χριστιανό, γνωρίζει τον έρωτα που είχε στερηθεί τόσα χρόνια με τον Κόμη Βρόνσκυ, στρατιωτικό και φίλο του Αμπλόνσκη που ήταν αδερφός της Άννας. Ο Αμπλόνσκη, ερωτύλος μπαγαπόντης και τρυφηλός καλοπερασάκιας είναι παντρεμένος με την Ντόλη που συχνά απατάει, ενώ έχει φίλο τον Λιέβιν ο οποίος έχει ένα μεγάλο έρωτα: την Κίτυ η οποία είναι αδερφή της Ντόλης. Η Κίτυ αρχικά θέλει τον Κόμη Βρόνσκυ όμως εκείνος αφού παίζει μαζί της την παρατάει, αυτή αρρωσταίνει βαριά ενώ αυτός συναντάει την μοίρα του: την Άννα. Μετά η Κίτυ υποκύπτει στον Λιέβιν και ζούνε καλά στο χωριό, αν εξαιρέσουμε τις περιστασιακές ζηλοτυπίες και υπαρξιακές υστερίες του Λιέβιν.

Όταν διάβασα το πρώτο μέρος του πρώτου τόμου, αναρωτήθηκα που πάει το πράμα, και πως αυτό το έργο θα εξελιχθεί στο μεγαλειώδες έργο που υποτίθεται είναι, όπως και όλα τα κλασσικά. Στο πρώτο μέρος λοιπόν του πρώτου τόμου κάνουμε μια γνωριμία με τους ήρωες και τους αλυσιδωτούς έρωτές τους. Διαβάζουμε για τον έρωτα του Λιέβιν με την Κίτυ, τον έρωτα της Κίτυ με τον Βρόνσκυ, τον έρωτα του Βρόνσκυ με την Καριένινα, καθώς και για τις απιστίες του Αμπλόνσκη που παραλίγο να τον χωρίσουν από την Ντόλη. Είχα σημειώσει τότε, ότι δεν βρίσκω πως θα μπορούσε να εξελιχθεί σε μεγάλο έργο. Βέβαια υπήρχαν άλλοι 3 1/2 τόμοι μπροστά.

Εν μέσω κοσμικών εκδηλώσεων, γκαλά, σουαρέ, δείπνων και τη συναφή αργόσχολη επιφανειακότητα των αριστοκρατών, η Άννα μένει έγκυος από τον Βρόνσκυ, ενώ ταυτόχρονα αρχίζει να μισεί τον Καριένιν, μια και η πρωτόγνωρη σαν αίσθημα, αγνή και ενθουσιώδης αγάπη της προς τον Βρόνσκυ ξεσκεπάζει τη λανθάνουσα μέχρι τούδε απέχθειά της προς την συμβατικότητα της σχέσης της με τον Καριένιν, μια απέχθεια που είχε προκύψει σαν το απόσταγμα της ένθεν-κακείθεν έγγαμης αδιαφορίας τους. Ο Καριένιν αρχικά υποψιάζεται από τις φήμες ότι κάτι συμβαίνει με τους δυο τους, και αφού σιγουρεύεται, λέει στην Άννα να συνεχίσουν να παριστάνουν τους μονιασμένους ώστε να μην σπιλωθεί το όνομά του και ακολούθως η καριέρα του που είναι το μόνο πράγμα που τον ενδιέφερε στη μίζερη, μεγαλοδημοσιοϋπαλληλική ζωή του. Η Άννα ζητάει διαζύγιο για να μπορέσει να βρεθεί με τον αγαπημένο της Βρόνσκυ αφού τεχνικά ακόμα και το παιδί της μαζί του, θεωρείται του Καριένιν. Χώρια που τα ήθη της κοινωνίας δεν επιτρέπει να εμφανίζονται στην κοσμική ζωή μαζί. Αλίμονο.

Ταυτόχρονα, κάπου σε ένα ρωσικό χωριό, ζει και ο Λιέβιν, ο φίλος του Αμπλόνσκη (ο φίλος του Βρόνσκυ και αδερφός της Καριένινας), μεγαλοτσιφλικάς, γεροντοπαλίκαρο ετών περίπου 35. Αυτός από παιδί αγαπάει την Κίτυ με ένα αίσθημα δυνατό, αλλά με έντονο σκοπό το γάμο. Παρόλα αυτά είναι ένα αίσθημα εξιδανικευμένο, βαθύ, γεμάτο δέος και καρδιοχτύπι. Δέχεται ωστόσο μεγάλο χτύπημα όταν κάνει πρόταση στην Κίτυ και εκείνη αρνείται λόγω του έρωτα και της ελπίδας που έχει με τον Βρόνσκυ εξαιτίας των επιπόλαιων παιχνιδιών του τελευταίου. Κάποια στιγμή, ξαναβρίσκεται Λιέβιν και Κίτυ, αφού η Κίτυ ανάρρωσε μετά την κοροϊδία του Βρόνσκυ, και τα φτιάχνουν: εδώ ο Τολστόι έχει μια πολύ παιχνιδιάρικη και συγκινητική περιγραφή που μ' άρεσε. Από εκεί και πέρα όλα πάνε καλά για αυτούς, εξαιρώντας όπως είπαμε κάτι υστερίες του Λιέβιν τη μια περί αγροτικής ζωής, και την άλλη περί νοήματος ζωής και θανάτου. Παρεμπιπτόντως, ο Λιέβιν, που γενικά είναι παράξενος τύπος, είναι ο πρώτος άθεος που προσπαθεί διακαώς να πιστέψει στο Θεό, αλλά δεν τα καταφέρνει με τίποτα.

Σε κάποια άλλη γωνία της μητέρας Ρωσίας, η Άννα ζητάει διαζύγιο από τον Καριένιν και εκείνος της το αρνείται – τότε αρχίζει το γλίστρημα της στην άβυσσο. Ο Καριένιν, μια ψυχρή υπηρεσιακή μηχανή, αδιάφορος και ξένος προς αισθήματα, μισιέται από την Άννα. Κατά τη διάρκεια μιας μεγάλης αρρώστιας της Άννας, ο Καριένιν αποδεικνύεται στιγμιαία και μεγαλόψυχος και με αισθήματα, και η Άννα συνεχίζει να τον μισεί, για τις αρετές του αυτή τη φορά. Σκέφτομαι παραταύτα μήπως ο παγερός Καριένιν ήταν αποτέλεσμα της Άννας, δεν επιβεβαιώνεται όμως. Πάντως σημείωσα σε κάποια στιγμή ότι δεν θα εκπλαγώ αν μάθω ότι η σχέση τους ήταν προξενιό. Στην επόμενη σελίδα επιβεβαιώθηκα - άλλο ένα επιτυχημένο προξενιό. Πάντως ο Καριένιν ήξερε υποσυνείδητα πως εξαιτίας του η Άννα έφυγε από κοντά του και γι'αυτό υποσυνείδητα πάλι την είχε συγχωρήσει. Στο συνειδητό όμως επίπεδο, προκειμένου να μην δεχτεί το φταίξιμο του εαυτού του που η Άννα αναζήτησε αλλού τον έρωτα, πίστευε ότι τη συγχώρεσε παρόλο το όλο-δικό-της φταίξιμο γιατί ήταν πολύ καλός χριστιανός. Έτσι και η μνησικακία του εξαιτίας της οποίας δεν της έδινε διαζύγιο έβρισκε άλλοθι στην πίστη του: ους ο Θεός συνέζευξε, Αλιεξέι Αλιεξάντροβιτς Καριένιν μη χωριζέτω...

Προς το τέλος, στον τέταρτο και τελευταίο τόμο, η Άννα, που μέχρι τώρα σαν χαρακτήρας ήταν εύστροφη, εγκρατής και σοβαρή, αρχίζει να λυγίζει κάτω από την πίεση, την ασάφεια και αοριστία της ζωής της (αφού ο Καριένιν παρά τις προσπάθειες δεν έδινε διαζύγιο) και αρχίζει τις ζηλοτυπίες προς τον Βρόνσκυ, αρχίζει να μιλάει μόνη της, και να αναζητά απεγνωσμένα διέξοδο. Οι καυγάδες με τον Βρόνσκυ γίνονται καθημερινοί και κλιμακούμενοι, ενώ μετά από ένα χωρισμό τους, η Άννα πλέον γλιστρά στην παράνοια, μισεί όλο τον κόσμο και μαζί του την ματαιότητα που τον περιβάλλει. Βρίσκω πάντως ότι οι μεταπτώσεις του χαρακτήρα της είναι αδικαιολόγητες και ασυνεχείς, πράγμα που τείνω περισσότερο να το προσάψω στον Τολστόι, παρά στην Άννα.

Ο Τολστόι, παρόλη την έκταση του μυθιστορήματός του, μας παρουσιάζει τους χαρακτήρες αρκετά ρηχούς (πλην του Λιέβιν που κάτι τον τρώει). Κανείς τους δεν ζει συνειδητά, δεν έχει το παραμικρό υπαρξιακό, πλην μιας φοράς, όπου ο Βρόνσκυ συναντάει ένα ανόητο πρίγκηπα και κάνει κάποιες σκέψεις αλλά και πάλι πολύ επιφανειακά. Μπορεί βέβαια έτσι να είναι οι χαρακτήρες, δικαίωμά τους, αλλά και ο Τολστόι δεν νομίζω ότι τους ψυχαναλύει καθόλου. Επίσης, παρενθετικά κατά τη διάρκεια του μυθιστορήματος παρουσιάζονται κάποια ζητήματα τρέχοντα της Ρωσίας, όπως η αγροτική ανάπτυξη και ο εκρωσισμός της Πολωνίας, τα οποία όμως και αυτά παρουσιάζονται επιφανειακά. Μια ενδιαφέρουσα συζήτηση που ο Τολστόι σκότωσε νωρίς, ήταν όταν μαζεμένοι οι αριστοκράτες, μετά από κυνήγι και διασκεδάσεις, φιλοσοφούσαν περί της κοινωνικής αδικίας που αυτοί τα έχουν όλα και λιώνουν στις διασκεδάσεις, ενώ οι χωρικοί μοχθούν και κοπιάζουν. Πάλι με προφάσεις η συζήτηση διακόπηκε πριν εντρυφήσουμε στις σκέψεις τους. Ίσως ο Τολστόι ήθελε να πει ότι δεν είχαν σκέψεις. Ίσως. Ίσως να μην είχε ο Τολστόι σκέψεις. Ίσως.

Το μυθιστόρημα κλείνει με τα υπαρξιακά του Λιέβιν, ο οποίος είχε το γονίδιο της φιλοσοφικής αναζήτησης αλλά και της υπαρξιακής υστερίας. Το λέω, γιατί σκεφτόταν καμιά φορά να αυτοκτονήσει, πράγμα που θα ταίριαζε περισσότερο σε κάποιον γενικώς βασανισμένο στη ζωή και όχι σε καλοβολεμένο που απλώς δεν βρίσκει πειστική απάντηση στα υπαρξιακά του. Ποιος είμαι, που πάω, ποιο το νόημα, όλοι θα πεθάνουμε, άρα τι; Αλλά ακόμα περισσότερο βασάνιζε τον Λιέβιν το παράδοξο του να μην προκύπτει από τίποτα και πουθενά νόημα στη ζωή, και παρόλα αυτά οι άνθρωποι να είναι τόσο γεμάτοι θέληση για ζωή.

Στις τελευταίες 40 σελίδες του μυθιστορήματος, είναι λοιπόν το πιο ενδιαφέρον κομμάτι: Οι προσπάθειες ενός ανθρώπου που όλα του είχαν πάει καλά στη ζωή του, να βρει το απώτερο νόημα αυτής. Ο Τολστόι, επιδίδεται δια του Λιέβιν σε ένα χειμαρρώδες προσηλυτιστικό χριστιανικό κήρυγμα, όταν εμφανίζει τον Λιέβιν να αποκτάει πίστη δια του αγγέλου της αποκάλυψης (με τη μορφή ενός χωρικού) που του είπε ότι πρέπει κανείς να ζει 'για την ψυχή του, και για το Θεό'. Εκεί βρήκε ο Λιέβιν όλες τις απαντήσεις που ζητούσε και πίστεψε. Μου θύμισε το ανέκδοτο με το νόημα της ζωής και το ποτάμι.

Το αστείο είναι ότι η απάντηση που γέμισε και ηρέμησε τον Λιέβιν ήταν απλώς σημειολογικού χαρακτήρα: Ο Λιέβιν ήταν ακριβοδίκαιος και ένα εσωτερικό αίσθημα τον καθοδηγούσε πάντα να κάνει το σωστό και το δίκαιο αποσκοπώντας στο γενικότερο καλό, αλλά εκεί αδυνατούσε να δει την απάντηση! Την είδε όταν του είπε ο χωρικός για Ψυχή και Θεό σε ένα συγκείμενο που περιέγραφε ακριβώς τη ζωή του Λιέβιν! Με λίγα λόγια, ο χωρικός μετέφρασε τη ζωή που ούτως η άλλως έκανε ο Λιέβιν σε θεολογικούς όρους που του δικαιολογούσαν πλέον το να πιστέψει! Ο Λιέβιν έχει ένα βασικό πρόβλημα: αδυνατεί να δει το κοινό καλό ως κάτι από το οποίο και ο ίδιος μπορεί να κερδίσει (δευτερογενώς) και άρα θεωρεί ότι το κοινό καλό ως σκοπός ζωής με τίποτα δεν μπορεί να προκύψει από την λογική σκέψη και άρα απαιτεί υπερβατική απάντηση. (Σκεπτικό που επίσης υποννοεί ότι η λογική σκέψη μπορεί μόνο να μας οδηγήσει στο να κοιτάμε το τομάρι μας – αφήνω ασχολίαστο τον υπαινιγμό ότι μόνο από υπερβατικές πηγές αναβλύζει ηθική).

Ο Λιέβιν επίσης είναι σωστός και ηθικός αλλά σε ένα μικρόκοσμο που εκτείνεται μερικά μίλια γύρω του - προς τον υπόλοιπο είναι τελείως αδιάφορος. Αυτό το σημείο είναι προβληματικό και για μένα: ο κόσμος είναι τόσο μεγάλος και με τόσα προβλήματα που δεν μπορείς να νοιάζεσαι για όλα. Ή, κι αν νοιάζεσαι για όλα, σίγουρα δεν μπορείς να κάνεις κάτι για όλα. Μπορείς όμως να επηρεάζεις τον μικρόκοσμό σου. Αν το έκαναν όλοι, τα προβλήματα όλα θα λύνονταν. Ακριβώς αυτή η λογική μάλλον ήταν υποσυνείδητα ενσωματωμένη στην συμπεριφορά του Λιέβιν, και το αποτέλεσμά της ήταν η αδιαφορία του για ό,τι συμβαίνει εκτός του ευρύτερου οίκου του.

Ωραία και καλά λοιπόν όλα τα τελευταία, γεμάτα προβληματισμό και όμορφα δοσμένα, αλλά ένα SNR = -3.43 για να πεις ότι όλα είναι ατμός, με απογοήτευσε ;-)

Καταρχήν πρέπει να πω ότι τα αγγλικά μου είναι ελαφρώς φτωχά για αυτό το βιβλίο. Άρα ό,τι ακολουθεί παρακάτω σχετικά με την λογοτεχνική αξία του βιβλίου ίσως να μην είναι τελείως ακριβές. Εν πάση περιπτώσει, πρόκειται για ένα μυθιστόρημα γραμμένο σε περίτεχνη γλώσσα, με ένα πολύ διακριτό μπλαζέ ύφος γραφής - το λογοτεχνικό ανάλογο ενός film-noir θα έλεγα. Η γραφή του Le Carre είναι κάπως γυναικεία - ασχολείται αδιάκοπα, και κάπου λίγο κουραστικά ίσως, με τις σκέψεις των ηρώων, υπό τη μορφή των εσωτερικών ερωταπαντήσεων. 'Να έπινα μήπως λίγο τσάι;', αναρωτήθηκε η Ούρσουλα. 'Ίσως καλύτερα χαμόμηλο', ξανασκέφτηκε, 'αν και πάλι θα μου πειράξει τα νεύρα - οπότε καλύτερα γάλα', κατέληξε. Είναι λίγο εκνευριστικό όταν επαναλαμβάνεται το στυλ συνέχεια, πρέπει να παραδεχτείτε. Και κάπου-κάπου, μου θύμιζε και έντονα ρομάντζο - όχι πως έχω διαβάσει, αλλά εικάζω πως έτσι πρέπει να είναι.

Περί της ιστορίας τώρα, είναι ο Issa ο νεαρός Τσετσένος, πειραγμένος θρησκόληπτος, γιός ενός διαβόητου, μακαρίτη πλέον, Ρώσου μαφιόζου, ο οποίος δραπετεύοντας από φυλακές της Τουρκίας, φτάνει στη Γερμανία για να πάρει την περιουσία που είχε αφήσει ο πατέρας του σε μια μικρή τράπεζα της Βιέννης, με σκοπό να την μοιράσει σε κοινωφελή ιδρύματα για να ανακουφίσει αυτούς που καταστράφηκαν για την απόκτηση αυτής της περιουσίας από τον πατέρα του. Ιδιοκτήτης της τράπεζας αυτής, ο χωρισμένος Herr Tommy Brue, ο οποίος κληρονόμησε την τράπεζα μαζί με τους μαφιόζικους λογαριασμούς από τον πατέρα του τον Edward, μακαρίτης και αυτός. O Issa λοιπόν, με δικηγόρο την ευαισθητοποιημένη στα θέματα μεταναστών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, Frau Annabel Richter, γόνο δικηγορικής οικογένειας, προσεγγίζει τον Herr Tommy για να διεκδικήσουν την κληρονομιά. Ταυτόχρονα, όλες οι μυστικές υπηρεσίες του κόσμου τους έχουν υπό παρακολούθηση γιατί πιστεύουν ότι ο Issa είναι τρομοκράτης και χρηματοδοτεί την τρομοκρατία.

Κατά τη διάρκεια έκθεσης του αναγνώστη στο ζοφερό κόσμο των μυστικών υπηρεσιών, στην ευγενή ενασχόλησή τους με το στήσιμο στοιχείων, με την παγίδευση ενόχων κτλ, αναπτύσσεται και ένα τρυφερό, υπόρρητο ρομάντζο μεταξύ του Herr Tommy και της Frau Annabel. Η οποία Annabel ασυνείδητα ερωτεύεται ελαφρώς τον Issa μια και βγαίνει από ένα χωρισμό, και ο Issa ενσαρκώνει μια τρυφερή αθωότητα και είναι και κυνηγημένος που είναι το επαγγελματικό πάθος της Annabel. Δεν θα ήθελα να γίνω ακατάσχετα πολυλογάς όπως συχνά καταφέρνει να γίνει ο Le Carre, γι'αυτό θα καταλήξω λέγοντας πως η πλοκή κυλούσε τελετουργικά προς ένα τέλος που παρά την ανατροπή του, ήταν εύκολο να το εικάσει κανείς. Η δράση δεν δημιουργούσε την παραμικρή αγωνία, ούτε καν για τους ήρωες - αυτό αντανακλάται και στο γεγονός πως ο τελικός ανθρώπινος στόχος των μυστικών υπηρεσιών, στο τέλος "έπεσε" σχεδόν εν γνώσει του στην "παγίδα" που του στήθηκε, ουσιαστικά παραδινόμενος σε ένα αναπότρεπτο τέλος, λίγο σαν τον κ. Josef K. του Kafka (πάσα βέβαια ομοιότης, εξαντλείται εκεί).

Πάνω στο βιβλίο, και μπρος και πίσω, η έκδοση έχει εκείνες τις συνηθισμένες διθυραμβικές μίνι κριτικές: "Ένα μυθιστόρημα πρώτης γραμμής σχετικά με τους πιο επίμονους ηθικούς και πολιτικούς προβληματισμούς της εποχής μας" - ή "Μια από τις πιο σοφιστικέ φανταστικές απαντήσεις στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας που έχει δημοσιευτεί". Ακόμα και αν αφαιρέσει κανείς από αυτές τις κριτικές την αναμενόμενη υπερβολή που τις ανάρτησε στο οπισθόφυλλο, πάλι μένω με ένα βιβλίο του οποίου οι πολιτικές αναφορές είναι μηδαμινές, και οι προβληματισμοί trivial και επιφανειακοί. Απόφθεγμα: "Ο νόμος δεν είναι για να προστατεύει τη ζωή, αλλά για να την κακοποιεί". Και έτσι είναι... Γενικώς το μυθιστόρημα, μετά βίας περνάει τη βάση, οπότε μη χάσετε το χρόνο σας.

Μια καλούτσικη βιογραφία του Nikola Tesla ο οποίος υπήρξε αναγνωρισμένα μια από τις δημιουργικότερες και εφευρετικότερες ιδιοφυίες που υπήρξαν ποτέ. Σερβοκροάτης (έλεγε ότι είναι Σέρβος αλλά η ιδιαίτερη πατρίδα του είναι η Κροατία), γεννήθηκε το 1856 στην Κροατία, αλλά έζησε όλη του τη ζωή στην Αμερική. Ο Tesla είναι ο εφευρέτης της δύναμης που κινεί όλο τον κόσμο μας: το εναλλασόμενο ρεύμα και ο πολυφασικός κινητήρας. Επίσης είναι ο εφευρέτης της ασύρματης επικοινωνίας και των επιταχυντών σωματιδίων.

O Tesla ήταν ψηλός, πάντα κομψός, και πολύ κοσμικός κατά περιόδους. Οι σχέσεις του με τις γυναίκες ποτέ δεν περνούσαν πέρα από το επίπεδο ενός επιφανειακού φλέρτ. Γενικότερα δε, όπως και οι περισσότερες ιδιοφυίες ήταν αρκετά αντικοινωνικός. Προτιμούσε τα πηνία του από τις πολλές συναναστροφές.

Ο Tesla είχε την εκπληκτική ικανότητα και διαίσθηση να οργανώνει πειράματα στο μυαλό του, να τα εκτελεί και να βγάζει συμπεράσματα χωρίς να χρειαστεί καν να αγγίξει επιστημονικά όργανα! Ήταν μεγάλος πολέμιος της θεωρίας της καμπύλωσης του χωροχρόνου που είχε ήδη εκφράσει ο Einstein, και εκεί φυσικά έκανε λάθος. Πέρασε όλη του τη ζωή φτωχός, αφού ποτέ δεν ασχολούνταν να εμπορικοποιήσει τις εφευρέσεις του, αλλά μόλις παρήγαγε μια επιστημονική γνώση, πετούσε για την επόμενη, ενώ οι περί αυτόν έφτιαχναν περιουσίες με όση γνώση είχε ο ίδιος παράξει και δεν πατένταρε.

Όπως συμβαίνει πάντα σε όλους τους μεγάλους οραματιστές, η μεγάλη αναγνώριση ήρθε μετά το θάνατό του. Όχι όμως πως πήρε λίγη όσο ζούσε, αφού συνέχεια οι εφημερίδες είχαν πρωτοσέλιδα με τις εντυπωσιακές ανακαλύψεις του.

Όμως, μια ολόκληρη ζωή που πέρασε προσπαθώντας να μαζεύει κεφάλαια για την έρευνά του, και πολύ συχνά αναγκαζόμενος να την ματαιώσει, τον έφθειρε. Αυτό σε συνδυασμό με την πάντα ευαίσθητη ψυχολογία των ιδιοφυιών, τον έκανε να το ρίξει στα... περιστέρια. Λάτρευε παθολογικά τα περιστέρια, σε σημείο που την ώρα μιας δυσάρεστης γι'αυτόν βράβευσης εξαφανίστηκε από την τελετή και τον βρήκαν να ταΐζει περιστέρια στο πάρκο.

Κατά τα μέσα της δεκαετίας του 40, κατά τη διάρκεια των έντονων αναβρασμών στους πληθυσμούς της περιοχής της Γιουγκοσλαβίας, ανέλαβε άθελά του ρόλο εγγυητή ειρήνης, και προσπαθούσε να κατευνάσει τα πνεύματα στις διενέξεις Σερβίας - Κροατίας.

Ήταν λίγο μεγαλομανής, και καθώς μεγάλωνε γινόταν ακόμα περισσότερο. Πέθανε στα 86 του, χωρίς να καταφέρει να βρει το ιερό δισκοπότηρό του: την αποδοτική ασύρματη μετάδοση ηλεκτρικής ενέργειας. Μετά το θάνατό του, οι μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ μπλέχτηκαν σε ένα γραφειοκρατικό κουβάρι προκειμένου να μην διαρρεύσουν οι εφευρέσεις του που σχετίζονταν με υπερόπλα. Ακόμα και σήμερα υπάρχουν κομμάτια της έρευνάς του που δεν έχουν δοθεί στην δημοσιότητα από τις ΗΠΑ.

Με άνεση το καλύτερο μυθιστόρημα που έχω πιάσει ποτέ στα χέρια μου. Χρόνια άκουγα Flaubert και Flaubert και επιτέλους ήρθε η ώρα να τον περιλάβω. Στα 22 του χρόνια που το έγραψε, ο άνθρωπος αυτός φαίνεται να ξέρει ήδη την ανθρώπινη ψυχή όπως τις τσέπες του παντελονιού του. Κατά τη διάρκεια του μυθιστορήματος κάνει τις εναργέστερες περιγραφές της ζωής, του πολιτισμού, της ιστορίας και των ανθρώπινων παθών που έχω συναντήσει.

(Mε τέτοιους συγγραφείς, πρέπει να έχει κανείς πολύ θράσος για να γίνει συγγραφέας, να αυτοαποκαλείται συγγραφέας και να διαφημίζει τα βιβλία του στο Σταρ Τσάνελ...)

Η ιστορία ξεκινά κάπου στα 1840 και έχει για πρωταγωνιστές δυο καρδιακούς φίλους, τον Ανρύ και τον Ζυλ. Και οι δυο είναι από την επαρχία αλλά στην αρχή της ιστορίας χωρίζουν καθώς ο πρώτος ξεκινά σπουδές στο Παρίσι ενώ ο δεύτερος μένει στην επαρχία. Ο Ζυλ, καλλιτεχνική φύση, θέλει να γίνει θεατρικός συγγραφέας αλλά οι γονείς του δεν εγκρίνουν τέτοια 'μασκαριλίκια' και τον βάζουν να πιάσει μια κανονική δουλειά: υπάλληλος (...)

Η πρώτη γνωριμία με τον Ανρύ και τον Ζυλ γίνεται μέσα από το θερμό και νοσταλγικό αρχικό γράμμα του δεύτερου προς τον πρώτο, μετά από το χωρισμό τους, μέσα από το οποίο περιγράφεται πολύ όμορφα ο καλλιτέχνης που γεννιέται, Ζυλ. Ο Ανρύ είναι ήδη κυνικός και ειρωνικός διαβάζοντας το γράμμα του Ζυλ και καθόλου δεν συμμερίζεται τη στενοχώρια του φίλου του για τον χωρισμό τους. Προφανώς η προσμονή και μόνο της 'μεγάλης και νέας' ζωής στο Παρίσι τον έκανε να ξεχάσει την ύπαρξη άλλων δεσμών, στο βιβλίο όμως καθόλου δεν φαίνεται το προτσές μέσα από το οποίο έγινε αυτή η αλλαγή από βαθιά φιλία σε ...βαθιά αδιαφορία (από τη μεριά του Ανρύ). Αυτή η στιγμιοτυπική απεικόνιση των χαρακτήρων και παρόμοια διηγηματικά άλματα είχαν δυσαρεστήσει το Flaubert, και ήταν μεταξύ άλλων οι λόγοι που είχε καταχωνιάσει τα χειρόγραφα του βιβλίου και δεν το δημοσίευσε παρά χρόνια αργότερα (ένας άλλος λόγος ήταν ότι ο συγγραφέας συμμετέχει στην ιστορία ελαφρώς ως σχολιαστής - που εμένα μου άρεσε, αλλά ο Flaubert το βρήκε πολύ παιδιάστικο).

Στους παράλληλους βίους που ακολουθούν από εκεί και πέρα οι χαρακτήρες, διαμορφώνονται ('περνάνε την αισθηματική τους αγωγή' όπως λέει ο Flaubert) μέσα από επιτυχίες, αποτυχίες, και ερωτικές απογοητεύσεις (ιδίως μέσα από αυτές...). Οι χαρακτήρες συναντιούνται ελάχιστα και όταν συναντιούνται η αλληλεπίδρασή τους είναι τελείως άχρωμη, αφού πλέον είναι δυο ξένοι, και ως προς τη ζωή και ως προς τον τρόπο σκέψης.

Ο Ζυλ, μετά από μια επαγγελματική αποτυχία και μια ερωτική, αφήνεται σε ατέρμονες ονειροπολήσεις απορρίπτοντας διαδοχικά όλες τις φαντασιώσεις: πλούτη, γυναίκες, πόλεμος, θρησκεία, ποίηση, αφού όπως λέει ο Flaubert, "αναποδογύριζε τη φόδρα των υψηλών αισθημάτων" και ξεσκέπαζε το μωρόν και μάταιό τους...

Ο Ανρύ, μέσα από ένα μεγάλο έρωτα, ο οποίος κατά τη γνώμη μου (και όπως θα περίμενε κανείς από ένα τέτοιο χαρακτήρα) αποδεικνύεται καπρίτσιο, μεταμορφώνεται σε ένα ανταγωνιστικό και περιμαθή δανδή, κοινωνικά ευέλικτο (ξέρει να χειρίζεται τις λεπτές ισορροπίες στις κοινωνικές περιστάσεις (που ο Flaubert τόσο ωραία περιγράφει)) όσο και απαραίτητα επιφανειακό, και εν τέλει σε ένα κυνικό (κατά Oscar Wilde). Ζει την κοινωνική ζωή, ξέρει πολλά για τον κόσμο, για το πως αυτός λειτουργεί και πως μπορεί να τον υποτάξει. Πάντως το 'μέσα από ένα μεγάλο έρωτα' δεν είναι ακριβές - πιο ακριβές θα ήταν να πούμε ότι ο μεγάλος έρωτας με την αναπόφευκτα άδοξη κατάληξη ήταν απλώς ένα απαραίτητο σκαλί για να γίνει αυτός που ήταν να γίνει. Τον Ανρύ τον πάθιαζε περισσότερο ο κίνδυνος που περιέβαλε το πάθος του, παρά το αντικείμενο του πάθους του.

Στο Κεφ. 23, υπάρχει μια απίστευτη περιγραφή του πατέρα του Ανρύ, που εξηγεί πολλά από άποψη βιολογικής προδιάθεσης του Ανρύ. Ο 22χρονος Flaubert αποδίδει εκπληκτικά τον πατέρα του Ανρύ που είναι η επιτομή της μιζέριας που συμπυκνώνει ένας μικροαστός: Γεμάτος αντιφάσεις, αντινομίες, ξιπασιά, ανερμάτιστες κι όμως αμετακίνητες απόψεις, ευμετάβλητες διαθέσεις, φιλοτομαριστής, με μια οπτική του κόσμου γεμάτη ακούσιο οπορτουνισμό, στον οποίο το 'ακούσιο' είναι σημαντικότερο του οπορτουνισμού. Με δυο λόγια, ένα κωμικό αυτόματο, ένα ανθρωπάκι, αυτάρεσκα εγκλωβισμένο στο μικρόκοσμό του. Ο Ανρύ βγήκε βελτιωμένος πάντως: Απαλλαγμένος από τη μιζέρια, και με εκούσιο αντί για ακούσιο οπορτουνισμό.

Προς το τέλος των αισθητικών τους περιπλανήσεων, ο Ζυλ έχει γίνει ακριβώς το αντίθετο του πατέρα του Ανρύ: γκρεμίζει τα στερεότυπα, πολεμά την ξιπασιά και τη βλακεία, διευρύνει το πνεύμα του, ψάχνει την ομορφιά στις αντιθέσεις και αντιφάσεις γύρω του (σε αντίθεση με τον πατέρα του Ανρύ που ασχημαίνει τον κόσμο γύρω του με τις μέσα αντιφάσεις του). Ο Ζυλ στηρίζεται στη λογική, στο 'δέον', στο πως θα έπρεπε να είναι τα πράγματα, άκαμπτος στο πως στην πραγματικότητα είναι, ζει τη 'Ζωή', τα ερεθίσματα γύρω του τα μετασχηματίζει σε τέχνη μέσα του. Το αισθητικό του 'μανιφέστο' στα δυο-τρια τελευταία κεφάλαια του βιβλίου με συγκίνησε...

"Και είναι στ' αλήθεια οδυνηρό για ένα δημιουργό να σκέφτεται ότι, όποια βλακεία και αν βάλει στο στόμα των μπουφόνων του, οι σοβαροί άνθρωποι θα λένε πάντα ακόμα μεγαλύτερες".

-- Ζυλ (Flaubert)


Η Αισθηματική Αγωγή που έγραψε ο Flaubert λίγα χρόνια αργότερα από την πρώτη Αισθηματική Αγωγή, μου άρεσε λιγότερο. Είχε λιγότερο τον αέρα φιλοσοφίας και περισσότερο τον αέρα μυθιστορήματος - βέβαια είναι προσωπικά γούστα αυτά. Η μεγάλη διαφορά των δυο βιβλίων ως προς την απόδοσή τους είναι ότι ενώ στην πρώτη Α.Α. οι κοινοτοπίες της καθημερινής ζωής παραλείπονται και υπονοούνται μέσα από τα ψυχικά στιγμιότυπα των ηρώων που μας δίνει ο Flaubert, στην δεύτερη Α.Α. συμβαίνει το αντίθετο: Οι αδιάκοπες συναλλαγές και συναναστροφές της ζωής παρουσιάζονται, και αφηνόμαστε να εικάσουμε την ψυχική κατάσταση των ηρώων από τους φαινομενολογικούς υπαινιγμούς (χαμόγελο, θυμός κτλ). Γι' αυτό και το πρώτο βιβλίο βρήκα να είναι ωραιότερο: Ο Flaubert έχει μια εκπληκτική ικανότητα τομής και απόδοσης της ψυχής...

Η ιστορία χρονικά τοποθετείται στα μέσα του 19ου αιώνα και κινείται μέσα στα πολυτελή σαλόνια της γαλλικής αριστοκρατίας. Φορείς της ιστορίας, ο Φρεντερίκ και ο Ντελωριέ, δυο φίλοι και πάλι όπως και στην πρώτη Αισθηματική Αγωγή οι οποίοι θα ακολουθήσουν δυο ξέχωρους δρόμους (αλλά όχι τόσο διαφορετικούς όπως στην πρώτη Α.Α.).

Μέσα στις 480 σελίδες του βιβλίου παρελαύνει η αφόρητη πλήξη και η κοινοτοπία αδιάκοπων δείπνων, χοροεσπερίδων και gala, όπου συνωστίζονται φτασμένοι αριστοκράτες που θέλουν να επιδείξουν τον πλούτο τους στους υπόλοιπους, φερέλπιδες που επιθυμούν να εισχωρήσουν στην 'υψηλή κοινωνία' και να ανελιχθούν παριστάνοντας ότι είναι κάτι που δεν είναι, ενώ απ' έξω προσπαθούν να μπουν διάφοροι φτωχοδιάβολοι που προαλείφονται για φερέλπιδες. Στην πραγματικότητα όλοι ανεξαιρέτως, είναι κενοί, αργόσχολοι, ματαιόδοξοι και φαντασμένοι φιγουρατζήδες που τρέχουν διαρκώς γύρω από τον ποδόγυρο καθώς το μόνο που τους μέλλει είναι να βρουν ερωμένη, ει δυνατόν κάποια μεγαλόσχημη πόρνη ή σύζυγο κάποιου βουλευτή. Στην προσπάθειά τους να αποκτήσουν την εύνοια της, πλειοδοτούν σε δώρα, επιδόματα και ό,τι άλλο χρειάζεται προκειμένου αυτοί να πασχίζουν και αυτή να ζει ζωή χαρισάμενη με τους εκ περιτροπής αγαπητικούς της. Ο Flaubert πάντως είναι είρων ως προς την ξιπασιά των αμόρφωτων, δεν θυμάμαι όμως να είναι ομοίως είρων προς την ξιπασιά των αριστοκρατών και των γελοίων τρόπων τους.

Ο ήρωες του βιβλίου, με πρώτο τον πρωταγωνιστή Φρεντερίκ, στροβιλίζονται διαρκώς σε μια θάλασσα παθών και αισθημάτων - τη μια στιγμή θέλουν να πεθάνουν, και ύστερα από ένα βλέμμα όλο υποσχέσεις της ερωμένης που πολιορκούν είναι τρισευτυχισμένοι. Έτσι, η ζωή του Φρεντερίκ κινείται ολόκληρη γύρω από μια εμμονή που άκουγε στο όνομα 'Κυρία Αρνού', μια εξιδανικευμένη και απρόσιτη χίμαιρα που ήταν το κίνητρο του κάθε τι που έκανε. Όταν κάποια μέρα (αμέτρητα δείπνα μετά) την συναντάει και βλέπει ότι τα μαλλιά της είναι άσπρα δέχεται ένα ισχυρό χτύπημα. Διαβάστε όμως:

Ο Φρεντερίκ υποψιάστηκε ότι η κυρία Αρνού είχε έρθει για να του δοθεί - και τον κυρίεψε πάλι ο πόθος, πιο δυνατός από κάθε άλλη φορά, ορμητικός, λυσσασμένος. Ένιωθε ωστόσο, κάτι ανέκφραστο, κάτι να τον αποτρέπει, κάτι σαν τον φόβο της αιμομιξίας. Ένας άλλος φόβος τον σταμάτησε, μη νιώσει αηδία αργότερα. Άλλωστε, τι μπελάς που θα ήταν κάτι τέτοιο! - και από σύνεση και συγχρόνως για να μην υποτιμήσει το ιδανικό του, γύρισε την πλάτη και βάλθηκε να στρίβει ένα τσιγάρο.

Εγώ από αυτό καταλαβαίνω ότι ο άνθρωπος δεν ήθελε την κυρία Αρνού συγκεκριμένα. Ήθελε απλώς να είναι πάντα ερωτευμένος, και η κ. Αρνού, χρόνια πολλά πριν, είχε κάποια φορά βρεθεί στο λάθος μέρος τη λάθος στιγμή, τραβώντας πάνω της το μάτι του γεμάτου ανάγκη να ερωτευθεί, νεαρού Φρεντερίκ.

Έτσι, και ο Φρεντερίκ, και ο άλλος φίλος, ο Ντελωριέ, μετά από πολλές ερωμένες, ατέλειωτα δείπνα, αμέτρητες μηχανοραφίες και προδοσίες, απογοητεύσεις και επιτυχίες, ολοκληρώνουν την Αισθηματική τους Αγωγή, όταν μεγάλοι πλέον και θυμούμενοι την εφηβική τους ηλικία, αναγνωρίζουν στον τότε ενθουσιασμό τους και στην αθωότητα, την καλύτερή τους εποχή...

Έχει λίγες μέρες που το τελείωσα. Βαρέθηκα μέχρι αγανάκτησης και αγανάκτησα μέχρι δυσφορίας. Ο άνθρωπος δεν τρώγεται με τίποτα. Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή. Το βιβλίο αποτελείται από τις επιφυλλίδες που έγραφε ο Γιανναράς στην Καθημερινή, από το 2000 μέχρι κάπου το 2005.

Repetitio ad Nauseam! Έτσι θα συνόψιζα το βιβλίο. Η μιζέρια της επανάληψης και η επανάληψη της μιζέριας, σε μια συλλογή άρθρων όπου αναμασάται και ανακυκλώνεται διαρκώς η ίδια μιζέρια, μαυρίλα και καντήφλα ύφους και σκέψης, ενώ το μόνο που αλλάζει είναι ο ευφάνταστα ξύλινος και κίτς τρόπος χρήσης της γλώσσας (το λογοτεχνικό ανάλογο της αισθητικής μιας ορθόδοξης εκκλησίας). Τυπικό δείγμα χρήσης γλώσσας: "Και, όταν στα υπαρξιακά μας ερωτήματα αναλαμβάνει να απαντήσει μόνη η φυσιοκρατία (ή ο επίσης φυσιοκρατικός δογματισμός της μεταφυσικής νοησιαρχίας και του θρησκευτικού ψυχολογισμού), είναι τουλάχιστον υποκρισία (ή βλακεία) να μιλάμε σοβαρά για ευθύνη, χρέος, τιμιότητα, λειτούργημα.". Να σχολιάσω; Και άντε να εξέφραζε πίσω από το προπέτασμα λόγου τίποτα πολύπλοκες ιδέες, να πω απαιτείται και περίπλοκη γλώσσα...

Ο Γιανναράς είναι κολλημένος θεολόγος, θεωρώ ανίατα. Δεν είναι καν από τους κλασσικούς παπαδοθεολόγους για να εκνευρίζει με τον ηθικισμό του, αλλά είναι βέρος θεολόγος. Δηλαδή, δεν ενδιαφέρεται καν για την εργαλειακή διάσταση της θρησκείας αλλά μόνο για το 'εκκλησιαστικό γεγονός' (της Ανάστασης του Κυρίου), για το πως 'ο θάνατος πατείται θανάτω', και άλλες παρόμοιου ενδιαφέροντος μεταφυσικές ανησυχίες. Παραφράζοντας τον σοφό λαό (προκειμένου να διαφυλάξω την κοσμιότης), εδώ ο κόσμος καίγεται και ο Γιανναράς χτενίζεται. Πιστεύω ότι θα έπρεπε να ζει αυτόκλειστος σε μοναστήρι, αλλά ίσως δεν κατέχει από επενδύσεις στο χρηματιστήριο και γι'αυτό δεν πάει.

Ο Γιανναράς, προτείνει ως αιτία και σκοπό της ανθρώπινης ύπαρξης την αγάπη, ως πραγματικό γεγονός ελευθερίας από το θάνατο. Τώρα τι θα πει αυτό το φληνάφημα θα σας γελάσω. Όσες φορές και αν το διαβάσω μου φαίνεται ασυνάρτητο. Πρώτα απ' όλα η ύπαρξη δεν έχει ως αιτία καμιά αγάπη. Η ύπαρξη είναι ένα τυχαίο γεγονός που απλώς της δίνουμε μεγάλη σημασία γιατί απλώς πρόκειται για τη δική μας ύπαρξη. Όσο για την ελευθερία από το θάνατο, δεν γνώριζα ότι η επιστήμη τα κατάφερε κιόλας. Ξέρω, είμαι ρηχός. Όπως και να έχει, όποιον κόσμο και αν πλάσεις μέσα στο μυαλό σου, και όσοι και αν πιστεύουν για να παρηγοριούνται μαζί με εσένα σε αυτό τον πλαστό κόσμο, στο τέλος θα ακούσεις το ψιθυριτό του Θεριστή. Άλλωστε όπως είπε και ο Bertrand Russell, το να πιστεύουν εκατομμύρια σε μια ανοησία, δεν την κάνει λιγότερο ανοησία...

Γενικά, με εκνεύρισε αφόρητα που λέει ό,τι σκοταδιστικό λέει, και μετά προτρέπει 'διαβάστε τουλάχιστον τον Βολταίρο', υποθέτοντας μάλλον σωστά ότι κανείς δεν θα το κάνει. Στοιχηματίζω ότι ο Βολταίρος δεν θα προέτρεπε κάποιον να διαβάσει Γιανναρά.

Επίσης, ο Γιανναράς εκεί που τον βολεύει, διαστρέφει σε βαθμό κακουργήματος. Ένα από τα αγαπημένα του κολλήματα είναι η αφαίρεση του θρησκεύματος από τις ταυτότητες που έγινε επί Σημίτη περίπου το 2004 (;). Εκεί παίρνει διδακτορικό διαστροφής. Λέει: "Και μεταβάλλουν το πρακτικό και τεχνικό πρόβλημα των στοιχείων της ταυτότητας σε ευκαιρία ιδεολογικής σύγκρουσης" !!! Αυτό το απευθύνει προς τους "Νεοταξίτες", με αρχηγό τον ακατονόμαστο πρωθυπουργό (δεν αναφέρει πουθενά το όνομά του σε όλο το βιβλίο) Κ. Σημίτη. Άκου αναγνώστη μου πράματα. Ο Σημίτης πήγε να το απαλείψει ως δεδομένο που είναι τεχνικά άχρηστο στο κρατικό έγγραφο της ταυτότητας, που η χρησιμότητά της είναι να σε ταυτοποιεί ως φυσική οντότητα, αλλά και ως δεδομένο που άπτεται τελείως εσωτερικών και προσωπικών ζητημάτων. Τότε ο Χριστόδουλος σήκωσε τα λάβαρα του πολέμου μετατρέποντας την τεχνική λεπτομέρεια σε μείζον ιδεολογικό θέμα. Και τώρα ο Γιανναράς θέλει να κάνει το άσπρο-μαύρο! Ω, ποια ανοησία να πιστεύεις ότι ένα απλό κρατικό έγγραφο επειδή λέγεται 'ταυτότητα' πρέπει να περιέχει πάνω ό,τι (πιστεύεις ότι) σε καθορίζει σαν άνθρωπο και ό,τι συνιστά την ταυτότητα της προσωπικότητάς σου! Να γράψω και εγώ στην δική μου ταυτότητα Ποδοσφαιρική Ομάς: Άρης. Ήμαρτον!

Στο θέμα 'ταυτότητες' επανέρχεται συχνά-πυκνά, πάντα με επιχειρήματα ανάρμοστα της μόρφωσής του. Αναρωτιέται: 'Πώς ένα καθεστώς μου αρνείται να αποφασίζω ελεύθερα ποιά προσωπικά μου δεδομένα θέλω να δημοσιοποιώ και ποια όχι;', για να καταλήξει με τον αποτυχημένο σαρκασμό: "Αν αύριο το κράτος αποφασίσει ότι δεν είμαστε ώριμοι να προστατέψουμε την υγεία μας από το κρυολόγημα, τότε να πληρώνει πρόστιμο όποιος βγαίνει έξω χωρίς το πουλοβεράκι του". Συσκεπτόμενε κ. Γιανναρά, ίσως από μια ηλικία και μετά είναι καλύτερο να βγαίνεις περίπατο με τα εγγόνια σου παρά να συγγράφεις...

Ο κ. Γιανναράς είναι και ένθερμος οπαδός του Βυζαντίου και στις επικρίσεις αντιτείνει τα μύρια όσα ωραία που μας έδωσε το Βυζάντιο. Ο αναγνώστης που θέλει επιστημονικά τεκμηριωμένο λόγο και όχι αφαιρετικά φληναφήματα ας διαβάσει Λιλή Ζωγράφου που είναι αποτελεσματικό αντίδοτο του Γιανναρά.

Αλλά και άπειρα άλλα σημεία μου προξένησαν το γέλωτα. Ειδικά δε, όταν επιχειρεί να προσεγγίσει θέματα επιστημονικά με την ίδια βαθιά γνώση και λεπτότητα που το κάνουν τα Ευαγγέλια. Εκεί είναι απλώς ανίδεος και γι'αυτό μπορεί να τον αντικρούσει και πρωτοετής Φυσικής. Τον απασχολεί η αρχή του σύμπαντος, και καταφέρεται ειρωνικά προς την κρατούσα θεωρία του Big Bang αναφέροντας την αρχή των όλων ως το "μεγαλειώδες και ανιδιοτελές τίποτα". Η ειρωνική χρήση της λέξης 'ανιδιοτελές' κάνει φανερό το πόσο έχει ανάγκη να αισθάνεται ότι τον έφτιαξε ενσυνείδητα ένας καλός Θεούλης ('ύπαρξη πρώτου κινούντος' όπως λέει και ο ίδιος). Εμ βέβαια. Κοτζάμ Γιανναράς δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα τυχαίων φυσικών διεργασιών.

Μετά, όταν λέει ότι ο συνεχιστής της Αρχαίας Ελλάδας είναι ο Χριστιανισμός, είναι για νέα γέλια. Γράφει ότι όπως οι αρχαίοι Αθηναίοι συνέρχονταν στην Εκκλησία του Δήμου για να συγκροτήσουν "πόλιν", έτσι και οι Χριστιανοί συνέρχονται 'για να πραγματώσουν και φανερώσουν την "εκκλησία" επίσης ως τρόπο του "κατ' αλήθειαν βίου", υπαρκτική μίμηση του τριαδικού κοινωνικού γεγονότος της όντως ελευθερίας". Παρακάτω συνεχίζει τον παροξυσμό, λέγοντας πως η εκκλησιαστική "ευχαριστία" συνεχίζει οργανικά την αποκαλυπτική δραματουργία της ελληνικής τραγωδίας. Τραγωδία, τωόντι.

Σε άλλη πάλι επιφυλλίδα, προτείνει να λύσουμε πρώτα το 'εφιαλτικό αινιγμα του θανάτου', και μετά να ασχοληθούμε με το οικολογικό πρόβλημα, μια και το δεύτερο αφορά την εφήμερη ύπαρξή μας, ενώ το πρώτο την αιώνια μας ζωή. Συνεπής κατόπιν στις πομφόλυγές του, κατηγορεί την ηγέτιδα τάξη ότι είναι βυθισμένη στην "φυτική αδρανοποίηση των μεταφυσικών ενδιαφερόντων". Από αυτήν εδώ την ιστοσελίδα καλώ τον πρωθυπουργό να συνέλθει, να δημιουργήσει Υπουργείον Μεταφυσικών και Θείας Κοινωνίας και να το παραδώσει στον κ. Γιανναρά.

Με δυο λόγια, μη χάσετε το χρόνο σας διαβάζοντάς τον. Θυσιάστηκα εγώ, ο Πάλλας, για να σωθεί η δική σας ψυχή από τις αμετροεπείς υστερίες του κ. Γιανναρά. Η ξιπασιά του δεν αντέχεται χωρίς Zantac και τα κείμενά του θυμίζουν Ντάτσουν: πολλά στολίδια, και στην καρότσα πατάτες - οι οποίες είναι εξαιρετικές για να τις τρως, πλην όμως όχι κατακέφαλα.

Toν έβαλα στη βιβλιοθήκη δίπλα στην Αντιγνώση της Ζωγράφου, για να τον εξουδετερώνει.

Άλλο ένα εξαιρετικό του Leblan, με τον Αρσέν Λουπέν στα φόρτε του! Το βιβλίο είναι μια συλλογή 9 αυτοτελών ιστοριών, που η κάθεμία είναι καλύτερη από την άλλη! Αγαπητέ αναγνώστη φαντάσου ότι σε μια στιγμή, ο Λουπέν βρίσκεται να δικάζεται ενώπιων του μεγαλύτερού του εχθρού, του επιθεωρητή Γκανιμάρ, και καταφέρνει να τον πείσει ότι δεν είναι ο Λουπέν, με αποτέλεσμα να τον αφήσουν! Όποιος διαβάσει Mωρίς Λεμπλάν, δηλώνει οπαδός, δεν περιγράφω άλλο!

Το πρώτο βιβλίο που διαβάζω του Μάρκαρη. Αποκλίνει από τα standards ενός αστυνομικού μυθιστορήματος, αλλά παρόλα αυτά έχει αρκετό ενδιαφέρον. Η πρώτη απόκλιση είναι ότι ο (απαραίτητος) δολοφόνος είναι εξ'αρχής γνωστός. Η άλλη απόκλιση είναι ότι ο αστυνομικός ήρωας όλων(;) των βιβλίων του Μάρκαρη, ο Χαρίτος, δεν είναι δαιμόνιος. Τον φαντάζομαι κοντόχοντρο, με μουστάκι, ελαφρώς τραβάτε με κι ας κλαίω. Κάτι σε στυλ, 'κάποτε ήμουν δαιμόνιος', αλλά τώρα πλέον ψιλοβαριέμαι.

Το συγκεκριμένο βιβλίο ήταν κάπως στατικό: εξελίσσεται όλο στην Κωνσταντινούπολη, καθώς προσπαθούν να εντοπίσουν τη δολοφόνο πριν κάνει τον επόμενο φόνο της. Με όλες αυτές τις περιπλανήσεις παίρνουμε ένα καλό σκιαγράφημα των τρόπων των Κωνσταντινουπολιτών, των φατριών, των αλληλεπιδράσεων μεταξύ τους, των γειτονιών και γενικώς το μυθιστόρημα αφήνει μια αίσθηση ότι ήσουν και εσύ εκεί. Αυτό μας άρεσε.

Τέλος μια παρατήρηση: Η δολοφόνος, γριά, λέγεται κυρά Χάμπαινα. Στη φόνισσα του Παπαδιαμάντη (την έχω δει στη Θεσσαλονίκη σε θεατρικό ερασιτεχνικής ομάδας και ήταν ΣΥ-ΓΚΛΟ-ΝΙ-ΣΤΙ-ΚΗ!), τη φόνισσα την λέγαν θεια-Χαδούλα. ΟΚ, ψιλοάσχετο στην πραγματικότητα.

Ο γνωστός επιθεωρητής Μαιγκρέ σε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα αρκετά μέτριο. Η ιστορία είναι σχετικά στατική, και απλώς ο Μαιγκρέ κινείται πάνω της ανακαλύπτωντας γεγονότα και πλησιάζοντας στην αλήθεια. Η διεισδυτικότητα του συγγραφέα στους χαρακτήρες που εκθειάζεται στο οπισθόφυλλο δεν βρήκα να είναι αντάξια αυτής που συνάντησα διαβάζοντάς το. Χώρια που δεν υπάρχει καμιά ανατροπή σε όλο το μυθιστόρημα - ο βασικός ύποπτος είναι και ο δολοφόνος. Σαν την Άγκαθα Κρίστι δεν έχει... ΤΕΛΟΣ!

Μεγάλο και βαρετό. Ίσως να απογοητεύτηκα γιατί περίμενα πρωταγωνιστή τον Λουπέν που γνώρισα στο Κρυστάλλινο Πώμα. Αντίθετα με τις προσδοκίες μου όμως, ο Λουπέν έκανε μια αμήχανη εμφάνιση προς το τέλος του βιβλίου δίνοντας λύση στο 'μυστήριο', χωρίς όμως να είναι ο φίνος Λουπέν που αυτάρεσκα 'παίζει' τους αντιπάλους του. Αυτός ο Λουπέν ήταν πολυλογάς και ελαφρώς χαζούλης στους τρόπους. Η δε ιστορία, είναι τελείως εξωπραγματική, με μια Λίθο του Θεού που αναζητείται από ένα παλαβό ξεπεσμένο πρίγκηπα, Δρυίδεις, νησιά με σταυρούς και φέρετρα... Τέλος πάντων, μη χάσετε το χρόνο σας.

Τρελή βαρεμάρα. Μόνο και μόνο επειδή ήταν δώρο το βιβλίο άντεξα και το διάβασα ολόκληρο. Βέβαια συνετέλεσε κιόλας (λίγο) το ότι από τον Φεβρουάριο που ξεκίνησα να το διαβάζω το έχασα (...) και το ξαναβρήκα πριν κανένα μήνα. Όσο πήγαινε γινόταν και πιο βαρετό: Η ιστορία είναι μετά-φανταστική, και γεμάτη αυτοαναφορικά στοιχεία. Είναι ένας Ιταλός κατά τον 17ο αιώνα, που τον πιάνουν αιχμάλωτο οι Τούρκοι και ο 10χρονος Σουλτάνος της Ινσταμπούλ τον βάζει να μαθητεύσει δίπλα σε ένα 'Δάσκαλο', και φτιάχνουν όλη την ώρα πυροτεχνήματα για να χαρεί ο Σουλτάνος, και πλάθουν ιστορίες με ζώα που τα αγαπάει ο Σουλτάνος, και εξηγούν τα αστέρια στο Σουλτάνο και του λένε τη μοίρα, και μετά πάλι του λένε ιστορίες για ζώα, και σκαρφίζονται και λένε ένα σωρό σαχλαμάρες για το παρελθόν τους, και ο Σουλτάνος να μη χορταίνει να ακούει.

Και δώστου να περνάνε τα χρόνια, και πάλι τα ίδια και τα ίδια ad nauseum. Και ο Δάσκαλος που μοιάζει εξωτερικά με τον Ιταλό αντιπαθιούνται, αγαπιούνται, παλεύουν για την εύνοια (του 17χρονου πια Σουλτάνου), και όχι κάλεσε περισσότερες φορές εμένα, όχι εσένα, και μετά πέφτει η πανώλη στην Ινσταμπούλ και μετά φεύγει και βγάζει ένα σπυρί ο Δάσκαλος και νομίζει θα πεθάνει, και κάθονται με τον Ιταλό και γράφουν το παρελθόν τους σε ιστορίες που τις διηγούνται στον Σουλτάνο, και μαλώνουν για το ποιος είναι πιο αμαρτωλός, και να δω εγώ τί αμαρτίες πληρώνω να διαβάζω το μυθιστόρημα.

Αυτό είναι όλο το ζουμί, στο τέλος μας λέει ο κύριος Νομπελίστας Ορχάν κιόλας ότι δεν υπήρχε μάλλον Ιταλός και Τούρκος, ένας ήταν και ο άλλος ήταν δημιούργημα του εαυτού του μέσα από τις ιστορίες προκειμένου να λύσει το υπαρξιακό του και να καταλάβει τί θα πεί 'Εγώ είμαι εγώ' (ευζωνάκι γοργό), και γιατι εγώ να είμαι εγώ και να μην είμαι κάποιος άλλος. E, ça suffit...

Με εκνεύρισε αφόρητα αυτή η μαλθακότητα στη διήγηση (το λογοτεχνικό ανάλογο του Βάλιουμ), όπου τα πάντα συμβαίνουν αργά, ανατολίτικα, μυστικιστικά, εσωτερικά. Ελπίζω ο Παμούκ να πήρε το Νόμπελ για κάτι πιο αξιόλογο. Τώρα αν κάποιος διάβασε το διήγημα και ενθουσιάστηκε, τί να πω, άβυσσος...

Μια θεατρική προσπάθεια του πολυαγαπημένου Αρκά. Πλήρως αποτυχημένη: κουραστική, μακρόσυρτη, χωρίς καμιά ευρηματικότητα, και κυρίως χωρίς κανένα ίχνος από το δηλητηριώδες, ευφυέστατο χιούμορ του Αρκά... Η υπόθεση είναι περί των οργάνων ενός σώματος τα οποία μετά από ένα ατύχημα προσπαθούν να καταλάβουν τί έχει συμβεί, οργανώνουν και ξεσκεπάζουν συνωμοσίες μπλά μπλά. Μή χάσετε το χρόνο σας.

Ευχάριστο μυθιστόρημα που οι 450 σελίδες του πολύ άνετα φαγώθηκαν κατά τη διάρκεια του ταξιδιού μου στη Σιγκαπούρη. Το μυστήριο που καλούνται να λύσουν οι αγαπητοί Μπεθ και Χιού (μεταξύ των οποίων πλέκεται και ένα ερωτικό ειδύλλιο - απαραίτητο background κάθε ντετεκτιβικής ιστορίας που σέβεται τον εαυτό της), το μυστήριο λοιπόν είναι για ποιο λόγο ο Δαρβίνος καθυστέρησε τόσο πολύ να εκδώσει την θεωρία της εξέλιξης. Ποιοί ήταν οι εχθροί του Δαρβίνου; Ποια μυστικά έκρυβε ο μπαρμπα-Δαρβίνος ακόμα και από την οικογένειά του; Αυτά και άλλα πολλά. Αυτό που μου άρεσε ήταν η χρονικά πλεκτή δομή του μυθιστορήματος: Σε ενεστώτα χρόνο εξελίσσονται ταυτόχρονα οι ιστορίες πρώτον του Δαρβίνου καθώς οδεύει μέσα από ταξίδια κι ανατροπές προς την θεωρία της εξέλιξης, και δεύτερον του Χιου και της Μπεθ, οι οποίοι, βιολόγοι όντες και παθιασμένοι με τον Δαρβίνο, σκαλίζουν ό,τι δεν κατάφερε να σκαλίξει η κόρη του Λίζι και ανακαλύπτουν τα πάντα και όλοι είναι χαρούμενοι. Για το καλοκαιράκι, μια χαρά.

Μετρίως ενδιαφέρον βιβλίο γραμμένο περί τα 1900 του οποίου η σημασία μειώνεται έτι περαιτέρω από την εντονότατη κριτική που δέχθηκε στα μετέπειτα χρόνια. Στο πόνημά του λοιπόν, ο καλός Γουστάβος προσπαθεί να ανακαλύψει πως μεταμορφώνεται ένα άτομο μέσα σε μια μάζα, και με ποιον τρόπο διαφέρουν οι ιδιότητες και οι συμπεριφορές μιας μάζας από αυτές των μεμονωμένων ατόμων που την αποτελούν. Παραθέτει πλήθος ιστορικών παραδειγμάτων (πολύ ενδιαφέροντα όλα τους) από τα οποία όμως φέρεται (από τους ειδικούς) να εξάγει λανθασμένα και απαραδέκτως γενικευτικά συμπεράσματα. Στο τέλος μου άρεσε που περιέγραφε τις φάσεις από τις οποίες περνάει ένας πολιτισμός: στην αρχή ως μάζα ανθρώπων χωρίς κανένα κοινό στοιχείο, που συγκυρίες τους έφεραν κοντά, μετά ο χρόνος και οι τριβές δημιουργούν σε αυτούς αυτό που ο Γουστάβος ονομάζει 'ψυχή της φυλής', και αφού τέλος πάντων σημαδέψουν και κυνηγήσουν ένα ιδανικό, ένα όνειρο, όταν το όνειρο πια, όπως όλα τα όνειρα αποδειχτεί φενάκη, πως περνούν στην παρακμή και ξαναγίνονται μάζα, για να αρχίσουν όλα και πάλι από την αρχή...

Herr Lehmann (Βαθμ. 16/20)
9 Νοεμβρίου 1989. Η μέρα που έπεσε το τείχος του Βερολίνου συμπίπτει με την τελευταία μέρα του διηγήματος του Sven Regener. Ο ήρωάς του, ο Frank, ή αλλιώς Herr Lehmann, είχε τα γενέθλιά του εκείνη την ημέρα, αλλά δεν ένιωθε πως θέλει να το γιορτάσει ιδιαίτερα. Το ανησυχούσε συνέχεια που τριαντάριζε, και που όλο και περισσότεροι τον έλεγαν Herr Lehmann αντί για Frank. Δεν ήταν μόνο αυτό όμως. Ο Herr Lehmann μάλλον περνούσε μια παρατεταμένη φάση υπαρξιακών προβλημάτων. Δούλευε από πάντα σε μπαρ και δεν ήξερε τίποτα άλλο, και έλεγε πως είναι ευτυχισμένος με αυτό, πως δεν θέλει να κάνει κάτι άλλο. Μάλλον δεν ήταν έτσι όμως.

Καθόταν μπροστά στο τείχος που έπεφτε και ένιωθε τελείως άδειος. Το τείχος που έπεφτε σήμαινε το τέλος μιας εποχής και έτσι εκβίαζε την αρχή μιας νέας: Ο Herr Lehmann όμως δεν έβλεπε για τον εαυτό του μια ανάλογη αρχή στον ορίζοντα, και η παλιά είχε σίγουρα τελειώσει, αφενός με την είσοδό του την τέταρτη δεκαετία της ζωής του, αφετέρου με την είσοδο του καλύτερού του φίλου, Karl, στο νοσοκομείο λόγω βαρέων υπαρξιακών (και αυτός), και επιπλέον το κορίτσι του η Katrin τον παράτησε πρόσφατα για έναν αστείο ανθρωπάκο που σύχναζε στο μπαρ και έπινε μόνο Weissbier.

Ήδη από την αρχή του μυθιστορήματος, όταν μεθυσμένος πέφτει πάνω σε ένα τεράστιο σκύλο στο δρόμο που τον αναγκάζει να μείνει ακίνητος για ώρες, ο Herr Lehmann δίνει τα σημάδια ενός ανθρώπου μπερδεμένου που βαδίζει ένα δρόμο που σύντομα θα οδηγήσει σε αδιέξοδο. Το νιώθει (υποσυνείδητα και μόνο) αυτό και η ανησυχία του μετατρέπεται σε διάφορες νευρώσεις, και οι καταστάσεις που συναντάει παίρνουν στο κεφάλι του τεράστιες διαστάσεις που τον καταναλώνουν.

Να κατάφερε τελικά ο Herr Lehmann να βρει το δρόμο του; Ο φίλος του ο Karl άραγε; Ανοιξε ποτέ εκείνη την γκαλερί στο Charlottenburg; Νομίζω ότι ο συγγραφέας έκανε καλή δουλειά με τους χαρακτήρες, είναι πραγματικοί, και ένιωσα και εγώ λίγο άδειος παρέα με τον Herr Lehmann, μπρος από το τείχος που έπεφτε... Ποιος είναι σίγουρος ότι έχει βρει το δρόμο του άλλωστε;

Βραδύτητα (Βαθμ. 14/20)
Τον πάω τον Κούντερα. Ακόμα και αν δεν μου πολυαρέσει κάποιο μυθιστόρημά του, ο εαυτός που πάντα βγάζει ανάμεσα στις γραμμές είναι ρομαντικός, σαρκαστικός, οξυδερκής, νοσταλγικός, και εντέλει ο απαραίτητα εκτός χρόνου εαυτός ενός διανοούμενου. Οι φιγούρες των ηρώων του (και όχι μόνο σε αυτό το βιβλίο) αποπνέουν μια βραδύτητα, κάτι από φίλμ νουάρ, μια μπλαζέ διάθεση, όπως άλλωστε και η εικόνα που έχω για τον ίδιο τον δημιουργό τους: θα έχετε ασφαλώς παρατηρήσει αυτή τη φωτογραφία στο εσωτερικό δίπλωμα των εξώφυλλων των περισσοτέρων βιβλίων του, όπου ο Κούντερα ποζάρει αυτάρεσκα στο φακό, αλητάκος και απείθαρχος, βασανίζοντας αργά το τσιγάρο του με ένα σαρκαστικό χαμόγελο που μοιάζει να λέει: 'χαλάρωσε φίλε μου, απόλαυσε...'.

Το μυθιστόρημα έχει μια χτυπητή δόση αυτοαναφοράς, με το αντικείμενο που πραγματεύεται (γιατί ουσιαστικά είναι περισσότερο δοκίμιο παρά μυθιστόρημα) να αντικατοπτρίζεται άμεσα στον τρόπο με τον οποίο είναι γραμμένο: Ο Κούντερα περιγράφει μια βραδιά ενός ταξιδιού που έκανε με τη γυναίκα του, μια βραδιά που την πέρασε σε ένα μεσαιωνικό πύργο στη Γαλλία, κατά τη διάρκεια της οποίας νωχελικά παραδίδεται σε φιλοσοφικές σκέψεις για τη βραδύτητα, την ταχύτητα, τους ρυθμούς ζωής, τον ηδονισμό, σκέψεις που του γεννιούνται κυρίως με αφορμή την αργόσυρτη ερωτική ιστορία μιας βραδιάς (ένα παλαιομοδίτικο one night stand, θα λέγαμε) μεταξύ ενός ιππότη και μιας κόμισσας σε ένα παρόμοιο πύργο, που περιγράφεται σε μια παμπάλαιη γαλλική νουβέλα που θυμήθηκε ο Κούντερα.

Να'τος λοιπόν, με το τσιγαράκι του, χαλαρά, υπό το κιτρινιάρικο φως του κομοδίνου, δίπλα στη γυναίκα του που κοιμάται, να γράφει σε ένα σημειωματάριο τις σκέψεις του (που αργότερα θα γίνουν το βιβλίο), περιδιαβαίνοντας νοερά στους κήπους και στα μονοπάτια του πύργου, ετεροχρονισμένος ωτακουστής σε μια ερωτική ιστορία που διαδραματίστηκε εκατοντάδες χρόνια πριν. Ταυτόχρονα θυμάται και μια άλλη ιστορία μιας ομάδας επιδειξιομανών του δημοσίου βίου, που ζουν σε ένα διαρκή φρενήρη ρυθμό προκειμένου να γοητεύουν ακροατήρια, να εντυπωσιάζουν και να κατακτούν γυναίκες, να φαίνονται πάντα περισσότερο φιλάνθρωποι και ηθικοί από τους γύρω τους. Αυτές τις δυο ανεξάρτητες πλοκές τις αναπτύσσει ταυτόχρονα ο Κούντερα στο βιβλίο, παρεμβάλλοντας εκτεταμένα χωρία στοχασμών του επί των θεμάτων που ανακύπτουν.

Μέσα από αυτή την αναπόφευκτη σύγκριση εποχών, ρυθμών και επιδιώξεων ανάμεσα στις δυο ιστορίες, ο Κούντερα αποδεικνύει εντέλει το πόρισμα των υπαρξιακών μαθηματικών, ότι δηλαδή ο βαθμός της βραδύτητας είναι ευθέως ανάλογος με την ένταση της μνήμης (και της απόλαυσης), ενώ αντιθέτως, ο βαθμός της ταχύτητας είναι ευθέως ανάλογος με την ένταση της λήθης (και της μη-ικανοποίησης).

Τώρα που το ξανασκέφτομαι, θα του βάλω 14 του μπαγασάκου του Κούντερα, αντί για 11 που του είχα βάλει στην αρχή, γιατί διαβάζει ανελλιπώς τη σελίδα μου και δεν θέλω να τον κακοκαρδίσω.

Ξέροντας τον Νίτσε μόνο μέσα από τις φιλοσοφικές πραγματείες του και μέσα απο τον σκληρό και κοφτερό του λόγο που φανέρωνε την άγρια αγάπη του για τον άνθρωπο τον οποίο λαχταρούσε να δει εξυψωμένο, το βιβλίο αυτό του Yalom κάλυψε την ανάγκη μου να τον δω και λίγο ως άνθρωπο που πονάει, ζητάει βοήθεια, κλαίει και... ερωτεύεται! Είναι άραγε βασισμένες οι περιγραφές σε βιογραφικά στοιχεία; Δεν ξέρω. Πάντως το πως "σπάει" ο ατσάλινος Νίτσε απελευθερώνοντας συσσωρευμένη ανάγκη να σχετιστεί με ανθρώπους, όταν ανακαλύπτει στο πρόσωπο του Δρ. Μπρόιερ μια "αδελφή ψυχή", ένα φίλο τον οποίο μπορούσε να εμπιστευτεί, ταιριάζει γενικά με το προφίλ και την ιδιοσυγκρασία του Νίτσε. Μάλλον έκανε καλή δουλειά ο Yalom.

Εξαιρετικά καχύποπτος λοιπόν στην αρχή, και τόσο πιο ερμητικά κλειστός όσο ο μετέπειτα φίλος του, Δρ. Μπρόιερ προσπαθούσε να τον κάνει να ανοιχτεί (έχοντας αναλάβει το ρόλο του ψυχοθεραπευτή του), αρχίζει να αποκαλύπτει κομμάτια του εαυτού του μόλις το σχήμα εξουσίας (όπως πίστευε) ψυχοθεραπευτή-θεραπευομένου αντιστρέφεται με τον Νίτσε ως ψυχοθεραπευτή του Δρ. Μπρόιερ.

Ο Yalom πάντως όπως και στη Θεραπεία του Schopenhauer, οικοδομεί ένα μυθιστόρημα πάνω στην ιδέα της αμφίδρομης ψυχοθεραπείας όπου τόσο ψυχοθεραπευτής όσο και θεραπευόμενος έχουν κάτι να κερδίσουν από την μεταξύ τους ανθρώπινη σχέση που αναπτύσσεται. Από όσο ξέρω πάντως, αυστηρός κανόνας της σύγχρονης ψυχοθεραπευτικής είναι ότι ο ψυχοθεραπευτής δεν πρέπει να συνάπτει φιλικές σχέσεις με τον ασθενή. Τί γίνεται όμως όταν και ο ίδιος ο ψυχοθεραπευτής βρίσκεται αντιμέτωπος με τα υπαρξιακά του;

Και δυο λόγια για την ιστορία: Στη Βιέννη του 1882 συναντιέται ο Δρ. Μπρόιερ, διάσημος παθολόγος με τον Νίτσε, άγνωστο τότε φιλόσοφο (ο Νίτσε πίστευε και έλεγε ότι ο κόσμος θα ωρίμαζε για να δεχθεί τις σκέψεις του, τουλάχιστον μετά απο 100 χρόνια, και σωστά όπως αποδείχθηκε), για να θεραπεύσει ο πρώτος τον δεύτερο από τις φρικτές ημικρανίες του. Μέσω ενός πονηρού θηλυκού που σχετίζεται με τον Νίτσε, ο Δρ. Μπρόιερ ξέρει ότι μέρος της έντασης που προκαλεί τις ημικρανίες του Νίτσε προέρχεται ακριβώς απο την προδοσία (ή "φτύσιμο" επί το πιο αγοραίον) της νεαράς. Ο Νίτσε όμως είναι σφίγγα όπως είπαμε και πιο πάνω και τελείως αρνητικός σε κάθε είδους προσέγγιση.

Το ωραίο έρχεται όταν ο Δρ. Μπρόιερ (ο οποίος ειρήσθω εν παρόδω είχε μουλαρίσιο πείσμα) προκειμένου να κάνει το Νίτσε να ανοιχθεί για να θεραπευτεί η απόγνωσή του, προσποιείται ο ίδιος οτι πάσχει απο απόγνωση και ανοίγεται στο Νίτσε καλώντας τον να τον θεραπεύσει με τη φιλοσοφία του. Προσποιούμενος όμως ο Δρ. Μπρόιερ, ανασύρονται στην επιφάνεια και τα δικά του ήδη υπάρχοντα υπαρξιακά (τα έχουμε αυτά εμείς οι άθεοι), συνειδητοποιεί ότι πάσχει και ο ίδιος πραγματικά από απόγνωση και απο εκείνη τη στιγμή ξεκινάει το αμφίδρομο θεραπευτικό σχήμα δράση. Στο τέλος, μετά απο τόσες εκατέρωθεν εκμυστηρεύσεις, η αληθινή και βαθιά φιλία που αναπτύσσεται μεταξύ τους, τους βοηθάει να απαλλαγούν από την οξεία υπαρξιακή δυσκαμψία τους και ... happy end! (εδώ εν μέρει διαφοροποιείται ώς προς τη Θεραπεία του Schopi)

Πολύ καλό με δυο λόγια. Σε όποιον αρέσουν τα μυθιστορήματα εγκεφαλικών καταστάσεων, θα αρέσει.

Υ.Γ. Ο Yalom είναι μάστορας: ενώ θα μπορούσε λόγω των θεμάτων που πραγματεύεται να γυρίσει το βιβλίο σε γλυκερές μισομεταφυσικές παπαρολογίες στυλ Coehlo ("προσπάθησε κάτι με όλη σου την καρδιά και όλο το σύμπαν θα σπεύσει να σε βοηθήσει" (δραμαμίνες κανείς;)), εντούτοις είναι προσγειωμένος (είναι γιατρός ο άνθρωπος, όχι μπεστσελεράκιας) και μάλιστα φροντίζει κάθε τόσο να κάνει τον αναγνώστη βουτιές στα δροσερά νερά της Νιτσεϊκής φιλοσοφίας.

Μου αρέσει ο Dostojewski, αναδίδει τη μυρωδιά των δρύινων κρασοβάρελων που σιγοσαπίζουν σε υγρό και σκοτεινό υπόγειο. Θα μου πείτε γιατί; Δεν έχει γιατί, γιατί έτσι. Γιατί μυρίζει όπως μυρίζει ο αρακάς; Μου αρέσει λοιπόν που οι χαρακτήρες του δεν είναι κανονικοί άνθρωποι αλλά θεατρικές οντότητες, ψυχογραφίες, όπου κάθε ψυχική μεταβολή αποτυπώνεται στη συμπεριφορά τους άμεσα. Γίνονται έξαλλοι με το παραμικρό (σε δευτερόλεπτα ξαναγαληνεύουν), χτυπάνε με μανία το πόδι τους κάτω όταν κάτι δεν τους πάει όπως το θέλουν (και χαμογελάνε πάλι σε λίγο) και βαράν με λύσσα τη γροθιά τους στο τραπέζι (και τρομάζουν οι ίδιοι απο το θόρυβο). Μου αρέσει που ενώ βρίζονται μεταξύ τους, είναι πάντα με το σεις και με το σας, "καθώς πρέπει" και αξιοπρεπείς, και πάντα, ακόμα και στους καυγάδες φοράν τα σακάκια τους. (Αυτό με τα σακάκια μου το είπε και ο παππούς μου ότι ίσχυε στην Ελλάδα σαν κώδικας συμπεριφοράς, ότι δηλαδή ένας κύριος για να αντιμετωπίζεται ως τέτοιος, δεν επιτρεπόταν σε κοινή θέα να μην φορά το σακάκι του. Έβγαινε το πρώτο ραντεβού του με τη γιαγιά μου (1950βγάλε) αλλά είχε τόση ζέστη που έβγαλε το σακάκι του και το κρατούσε στο χέρι. Για να υιοθετήσω λίγο στυλ Dostojewski, διαδραματίστηκε κάτι τέτοιο: Γιαγιά (ξαφνιασμένο χιούμορ): 'Ω! Μα νόμιζα ότι θα συναντιόμουν με ένα κύριο!'. Παππούς (φοράει το σακάκι αυτάρεσκα). Γιαγιά (προσποιητή έκπληξη): 'Α! Μα εδώ είστε λοιπόν!'. Αχ, τα παλιά χρόνια...!)

Οι χαρακτήρες του βιβλίου Αιώνιος Σύζυγος είναι όπως και οι περισσότεροι χαρακτήρες του Dostojewski λίγο ονειροπόλοι, αρκετά νευρωτικοί, τα φέρουν όλα βαρέως και είναι και λίγο (έως πολύ) υστερικοί. Δυο είναι οι κεντρικοί ήρωες του βιβλίου, ο Αλέξι Ιβάνοβιτς και ο Παύλος Παύλοβιτς. Και οι δύο συνδέονταν πριν χρόνια με μια ελαφρά φιλία, καθώς και την ίδια γυναίκα, ο πρώτος ως εραστής και ο δεύτερος ως κερασφόρος σύζυγος. Ο χαρακτηρισμός του βιβλίου Αιώνιος Σύζυγος είναι για τον Παύλοβιτς, ο οποίος αποτυχημένος ων προσπαθεί πάντα να κρυφτεί στη σκιά κάποιας γυναίκας την οποία κατά κανόνα τρέμει. Ο Παύλοβιτς είναι η ψυχογραφία του θύματος, του γεννημένου θύματος, που καταφέρνει να τα φέρνει πάντα έτσι στη ζωή του που στις δεξιώσεις να κάθεται μόνος και κακιασμένος και η όποια γυναίκα του να έχει πάντα εραστή.

Καλό το βιβλίο, μπράβο και στον Dostojewski, αλλά πρέπει να πω ότι η έκδοση αυτή της Ελευθεροτυπίας (το βιβλίο διανεμόταν με την Κυριακάτικη), ήταν βιαστική και όχι τόσο προσεγμένη. Είχε αρκετά λαθάκια (συντακτικά κυρίως) στη μετάφραση, αν και η καθαυτή μετάφραση μου φάνηκε πετυχημένη. Η γενικότερη αισθητική του βιβλίου πάντως ήταν κάτω του μετρίου. Βέβαια, ό,τι πλερώνεις, παίρνεις.

Στις πρώτες εβδομήντα σελίδες είπα να το παρατήσω. Πολλή θεοσοφία και πολύς μυστικισμός που μου θύμισε έντονα Coehlo (μακριά από μας - όπως είπε και ένας φίλος μου). Μετά όμως ξεκίνησε η δράση (να χύνεται άφθονο αίμα) και έσπασε η ζοφερή ατμόσφαιρα των ατέλειωτων συμβολισμών και της βαρυφορτωμένης νοήματα θρησκευτικής γλώσσας. Για παράδειγμα: σελ. 77, κάθονται να φάνε:

Αρχικά η μητέρα μου άναψε ένα κερί στην παραστιά, μετά άναψε τα κεράκια στα κλιμακωτά μανουάλια στην κάθε άκρη του τραπεζιού κάνοντας τις φλόγες να χορεύουν. Έτσι συνδέθηκε το παρόν με το παρελθόν. Ήμασταν οι Ισραηλίτες που περιμέναμε τον Μωυσή στο Σινά, ακριβώς όπως το τραπέζι, ντυμένο στα λευκά, ήταν ο βωμός μας, κι η κουζίνα ο ναός μας στην έρημο.

Έλεος; Δεν μπορούν απλώς να κάτσουν και να φάνε; Και λίγο πιο κάτω:

[...] καθώς ο θείος άρχισε να κόβει αχνιστά κοψίδια από το αρνί πάνω στα ματζά μας, σχολίασε ότι κάθε γράμμα της εβραϊκής αλφαβήτου είναι στη δικαιοδοσία και διαφορετικού αγγέλου και ότι οι άγγελοι, συναθροισμένοι στα γραπτά και στα προφορικά λόγια μας [...]

Αναμφίβολα, οι προσευχές και οι αφηγήσεις μας είχαν μια φτερωτή χάρη εκείνο το βράδυ.


Αναμφίβολα, όταν αυτό το είδος γλώσσας αφήγησης συνεχίζει για πολύ, χάνεις την υπομονή να συνεχίσεις παρακάτω. Ο Πάλλας όμως συνέχισε. Και ανταμείφθηκε, γιατί σύντομα στην ιστορία ξεκινάει η δράση, όταν στην εβραϊκή συνοικία της Πορτογαλίας του 1500 περίπου όπου διαδραματίζεται όλο το βιβλίο, ξεσπούν ταραχές κατά τις οποίες δολοφονείται άγρια ο θείος του αφηγητή (που έκοβε τα αχνιστά κοψίδια). Οι ταραχές ξέσπασαν όταν για άγνωστο λόγο αναφλέγεται το βαθύ μίσος και η περιφρόνηση των παλαιοχριστιανών(=οι από πάντα χριστιανοί) εναντίων των νεοχριστιανών (=Εβραίοι που τους βάφτισαν με το ζόρι χριστιανούς), και αρχίζουν οι σφαγές. Δεκάδες νεοχριστιανοί γίνονται στάχτη και δεκάδες άλλοι σφαγιάζονται. Δηλαδή, αμ τους βάφτισαν με το ζόρι, αμ τους σφάξαν μετά. Άμα είχε λογική δεν θα λεγόταν θρησκεία.

Ο νεαρός Βαραχίας Ζάρκου, ο αφηγητής, δίνει ένα αγώνα για να ανακαλύψει τον δολοφόνο του αγαπημένου θείου του, κατά τον οποίο μου γίνεται όλο και πιο συμπαθής, καθώς βλέποντας όλο αυτό το άδικο αίμα να χύνεται χωρίς τέλος, αρχίζει να αμφιβάλλει για την ύπαρξη ενός αγαθού και προσωπικού θεού, και η πίστη του αρχίζει να σπάζει. Ε, βέβαια, γιατί δεν μπορεί από τη μια 'δόξα τω Θεώ' που έχουμε και σήμερα ψωμί, αλλά που κάηκαν στις πυρές οι μισοί συμπατριώτες από τους αλλόθρησκους να λέμε ότι φταίει το κακό το ριζικό μας. Που ήταν τότε ο καλός θεούλης; Τουλάχιστον οι αρχαίοι Έλληνες είχαν πιο τίμια πίστη και έριχναν την ευθύνη και για τα καλά και για τα κακά στους θεούς τους.

Γενικά έχω να πω ότι το βιβλίο ήταν ένα καλό αστυνομικό μυθιστόρημα με αρκετή αγωνία, καλή ανάπτυξη της ιστορίας και δυνατούς χαρακτήρες. Μου άρεσε ιδιαίτερα η σκιαγράφηση της απότομης ωρίμανσης που προκάλεσαν τα γεγονότα στο χαρακτήρα του νεαρού Βαραχία. Βέβαια, αν κατάλαβα καλά το βιβλίο δεν είναι μυθιστόρημα αλλά αποτελείται πλήρως από τις χειρόγραφες σημειώσεις του Βαραχία που βρέθηκαν από τον Zimler σε ένα κελάρι σπιτιού που αγόρασε στην Κωνσταντινούπολη (και όπου έζησε ο Βαραχίας τα τελευταία του χρόνια).

Και μια τελευταία παρατήρηση: Αποδεχόμενοι εξ' ορισμού ότι κανένα έθνος δεν έχει χέρια καθαρά από αίμα αθώων, το ότι το βιβλίο είναι γραμμένο από ένα Εβραίο δεν μπορεί εύκολα να αποσυνδεθεί από το γεγονός ότι οι Εβραίοι παρουσιάζονται σ' αυτό ως παναγίτσες.

Maurice Leblanc. Κρίμα που δεν τον είχα ανακαλύψει πιο πριν. Το 'Κρυστάλλινο Πώμα' είναι αστυνομικό μυθιστόρημα από μια σειρά βιβλίων του Leblanc με ήρωα τον φινετσάτο ασύλληπτο διαρρήκτη Αρσέν Λουπέν, γνωστό για τους καλούς τρόπους του, την ατέλειωτη αυτοπεποίθησή στις ικανότητές του, το αυτάρεσκο θράσος του και το θαυμασμό που ενέπνεε στους (πάντα ανυπότακτους) γάλλους καθώς ξεφτίλιζε κάθε φορά τους συμπαθείς μπάτσους.

Σημείωση: Δεν μου αρέσει να χρησιμοποιώ εκφράσεις μισοξύλινες που ζέχνουν κλισεδίλα όπως 'αυτάρεσκο θράσος' αλλά πως να το πεις όταν ο Λουπέν, όντας ο πλέον καταζητούμενος, επανειλημμένα μπαινοβγαίνει στα αρχηγεία της αστυνομίας πότε μεταμφιεσμένος σε καθ. Φιλολογίας, πότε σαν ο ίδιος ο Λουπέν εκβιάζοντας ατάραχα και πάντα με χαμόγελο ικανοποίησης τον γενικό γραμματέα της αστυνομίας μέσα στο ίδιο το δικαστικό μέγαρο! Μην αρχίσω λοιπόν να γκρινιάζω πάλι για την κακοποίηση της γλώσσας από όσους δεν ξέρουν για τι μιλάνε αλλά θέλουν να γράφουν φανταχτερά.

Και δυο λόγια για τη συγκεκριμένη ιστορία: Η ληστεία στο εξοχικό σπίτι του βουλευτή Ντωμπρέκ καταλήγει σε φονικό όταν οι δυο συνεργάτες του Λουπέν (οι οποίοι και είχαν προτείνει την διάρρηξη) καθυστερούν να διαφύγουν ψάχνοντας κάτι πολύ συγκεκριμένο που ήταν κρυμμένο στο σπίτι. Ο Λουπέν που δεν ήξερε τι σκάρωναν γλιτώνει την τελευταία στιγμή χρησιμοποιώντας πάλι το ανεξάντλητο ρεπερτόριο μπαγαποντιάς και θράσους ενώ οι άλλοι δυο πιάνονται και μετά τη δίκη καταδικάζονται σε θάνατο για τη δολοφονία του υπηρέτη του Ντωμπρέκ, Λεονάρ, την οποία όμως δεν είχε διαπράξει ο 20χρονος Ζιλμπέρ αλλά ο δεύτερος διαρρήκτης, ο Βωσερέ. Στο υπόλοιπο του βιβλίου ο Λουπέν δίνει ένα αγώνα με το χρόνο στον οποίο διακυβεύει τη ζωή του προκειμένου να γλιτώσει τον Ζιλμπέρ από τη λαιμητόμο. Αντιμετωπίζει αμέτρητα εμπόδια και τίποτα δεν του κάθεται από την αρχή όπως το θέλει (από ό,τι κατάλαβα στις άλλες ιστορίες τα καταφέρνει χάρη στην εξυπνάδα του πολύ ευκολότερα και κομψότερα), γιατί ο Ντωμπρέκ είναι αντίπαλος αδίστακτος, πανέξυπνος και πανούργος.

Συνολικά πολύ καλό λοιπόν, θα διαβάσω κι άλλο Leblanc, και πολύ καλή μάλιστα η έκδοση από τις εκδόσεις 'Ερατώ' που συνέθεσαν μια άψογη εξωτερική αισθητική του βιβλίου αλλά και τυπογραφικά στοιχεία και χαρτί (ελαφρώς κιτρινισμένο) που επιλέχθηκαν να ταιριάζουν με το είδος του βιβλίου και την εποχή στην οποία αναφέρεται (Γαλλία του 1900). Ε, ναι, γιατί το βιβλίο είναι και φετίχ, πως να το κάνουμε. Σκέφτομαι τις εκδόσεις των κλασσικών βιβλίων που δίνουν τσάμπα με τις εφημερίδες και ανατριχιάζω: μπορείς να τα διαβάζεις στο τραπέζι τρώγοντας κοκκινιστό με τηγανητές πατάτες και να αφήνεις λαδιές σε κάθε σελίδα. Κάφκα με τηγανητές πατάτες! Όπως και να έχει, χαιρετίζω την προσπάθεια των εφημερίδων να κάνουν τον κόσμο να διαβάσει και τίποτα αξιόλογο (ή μάλλον, να διαβάσει γενικώς) και αναγνωρίζω ότι το κόστος θα ήταν απαγορευτικό για μια καλύτερη αισθητική.

Τέλος πάντων, για να κλείνω, οι 400 σελίδες του έφυγαν νεράκι σε δυο μέρες στο 424 Στρατιωτικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης. Διαβάστε το! (Τελικά, νεκρός χρόνος υπάρχει ως τέτοιος μόνο για τους ηλίθιους - τα παλικάρια που ήμασταν μαζί στο θάλαμο του νοσοκομείου, που όταν δεν βλέπανε ό,τι ανοησία έδειχνε η τηλεόραση, ή δεν διαβάζανε αθλητικές εφημερίδες, με κοιτούσαν να διαβάζω συνέχεια και με έλεγαν 'βιβλιοφάγο', όχι ειρωνικά αλλά σχεδόν με ένα κρυφό θαυμασμό, λες και μόνο τα δικά μου δάχτυλα μπορούν να γυρνάνε σελίδες. Ω, οι σύγχρονοί μου... -να κλείσω και αυτή την παρένθεση που ταλαιπώρησα).

Ενδιαφέρον βιβλίο. Ξεκινάει με τον Oscar να δηλώνει πως ο Σοσιαλισμός με την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας που θα επιφέρει, θα απαλλάξει τον άνθρωπο από την 'αποκρουστική' αναγκαιότητα του να ζει για τους άλλους (με την έννοια των διακριτών ρόλων που αποδίδει η κοινωνία στον καθένα: εσύ θα μαζεύεις σκουπίδια, εσύ θα βιδώνεις εξαρτήματα κτλ), έτσι ώστε θα μπορούν όλοι να έχουν την ελευθερία αλλά και τη δυνατότητα να αυτοπραγματωθούν και έτσι να ασχολούνται μόνο με υψηλά και όμορφα πράγματα συμβάλλοντας στον πολιτισμό.

Αυτό, το ονομάζει ο Oscar Ατομικισμό και το θεωρεί από τα μέγιστα αγαθά. Το να ασχολείσαι με τον εαυτό σου και να παράγεις/αποδίδεις στην ανθρωπότητα ό,τι καλύτερο έχεις μέσα σου. Και για να γίνεται αυτό θα πρέπει να μη χρειάζεται να δουλεύεις για να ζήσεις, ή αν μη τι άλλο να μην χρειάζεται για να ζήσεις να καταφεύγεις σε εξουθενωτικές, ταπεινωτικές και μηχανιστικές εργασίες. Και σαν μεγάλος ελληνολάτρης, φέρνει σαν παράδειγμα απόδειξης των λεγομένων του την αρχαία Ελλάδα όπου οι άνθρωποι είχαν αντιληφθεί οτι για να παράξουν πολιτισμό έπρεπε να απαλλαγούν από τα dirty jobs, και γι'αυτό είχαν δούλους (δεν κρίνει αν ήταν ηθικό ή όχι (αν και σε μεταξύ μας συζήτηση μου εκμυστηρεύτηκε οτι το ψιλοεπικροτεί δεδομένου του μακροπρόθεσμου οφέλους) απλώς το αναφέρει για να πει οτι λειτουργεί έτσι το σύστημα).

Θα πει κανείς σήμερα όμως, αφού πολύ σωστά η κοινωνία πια δεν ανέχεται τη δουλεία, αυτές τις βρωμοδουλειές ποιος θα τις κάνει; Η απάντηση έρχεται από τον Oscar σε μια εποχή όπου πρέπει να ακούστηκε αστείο: οι μηχανές. Οι μηχανές θα σκουπίζουν, θα βιδώνουν, θα ξεβουλώνουν νιπτήρες. Προφητικός, όχι; Όταν οι τεχνικές μας δυνατότητες το επιτρέψουν λοιπόν, ο σοσιαλισμός θα αντιστρέψει τους ρόλους ανθρώπου-μηχανής και θα κάνει τη μηχανή δούλο του ανθρώπου από το ανάποδο που ισχύει σήμερα (λέει ο Oscar: όταν μια μηχανή αντικαθιστά την εργασία 50 ανθρώπων και αυτοί χάνουν την εργασία τους και λιμοκτονούν ενώ ο πρώην εργοδότης βγάζει τα 50πλάσια, δεν είναι ο άνθρωπος δούλος της μηχανής;).

Σωστά όλα αυτά, γενικώς όμως, ο άμβωνας εκ του οποίου ο Oscar μας κηρύττει, μου φαίνεται να υπερίπταται ολίγον τι της πραγματικότητας που επιβάλλει η ανθρώπινη φύση. Για παράδειγμα, αναφέρει οτι όταν κάθε άνθρωπος θα έχει αρκετά για να καλύψει τις ανάγκες του τότε θα εξαφανιστεί το έγκλημα και οι άνθρωποι θα πάψουν να συγκρούονται μεταξύ τους. Αυτό μου φαίνεται λάθος. Παραβλέπει τελείως την αχόρταγη φύση του ανθρώπου. Ή όταν λέει οτι κανένας άνθρωπος δεν θα ασχολείται πια με ποταπές δουλειές και όλοι θα ασχολούνται με υψηλά πράγματα και θα κάνουν ομορφιές. Αναρωτιέμαι, κάθε άνθρωπος μπορεί, έχει το δυναμικό να ασχολείται με υψηλά πράγματα; Προσωπικά αμφιβάλλω. Όταν λοιπόν όλα τα τετριμμένα θα γίνονται από μηχανές, αυτοί οι άνθρωποι, οι ας πούμε όχι και εν τόση σοφία ποιηθέντες τι θα κάνουν όλη μέρα; Δεν θα ισχύσει το αργία μήτηρ πάσης κακίας; Και όλα τέλος πάντων τα βλέπει ο Oscar εκνευριστικά απλά και ρόδινα, που και εγώ θα ήθελα να είναι έτσι, αλλά δεν είναι. Είναι μωρέ αρκετά ρομαντικός ο καημενούλης...

Και όταν του το λέω, αντιτείνει: Μα σε ένα κόσμο που δεν περιλαμβάνει την Ουτοπία, δεν αξίζει καν να ρίξουμε ματιά!

Ο Πέπλος(Βαθμ. 16/20)
Ο Πέπλος είναι μια ξενάγηση στα έγκατα του κόσμου των μυθιστορημάτων απο ένα γνώστη του πεδίου, ό,τι πρέπει για όποιον θέλει να μάθει πως παίρνουν ζωή οι μυθιστορηματικοί χαρακτήρες και ποιοί υπήρξαν οι μεγάλοι πρωτοπόροι του χώρου. Και όλα αυτά από την δυνατή γραφίδα του Κούντερα.

Το βιβλίο ονομάστηκε 'πέπλος' απο μια ιδέα του Κούντερα: οτι οι πολύ μεγάλες μορφές στο χώρο του μυθιστορήματος κατάφεραν να 'σκίσουν τον πεπλο της προερμηνείας των πραγμάτων' και να γράψουν για κάτι αν όχι πραγματικά καινοτόμο, τουλάχιστον για κάτι που θεωρείται τόσο πεζό και τετριμμένο, που κανένας δεν το είχε μέχρι τότε πραγματευθεί. Ο Κάφκα για παράδειγμα, δεκάδες χρόνια πριν η γραφειοκρατία γίνει το τέρας που γνωρίζουμε σήμερα, ανέγνωσε τα πρώτα σημάδια της και την έκανε μυθιστορήματα (ο Πύργος, η Δίκη, ίσως και άλλα).

Αυτό που έμαθα (ή καλύτερα συνειδητοποίησα) απο το βιβλίο είναι οτι το μυθιστόρημα είναι 'η τέχνη της ζωής' (ακούγεται γλυκερό κλισέ, ξέρω, αλλά θέλω δεν θέλω μοιράζομαι την ίδια γλώσσα με αυτούς που την κακοποιούν), το κατέβασμα μέχρι το 'είναι' των πραγμάτων, και οτι οι χαρακτήρες πολλών μυθιστορημάτων ζουν πιο αληθινές ζωές απο πολλούς ανθρώπους (ίσως γιατί μη-όντας, δεν έχουν και να ρισκάρουν τίποτα; Ίσως. Η ειρωνεία βέβαια είναι οτι οι πραγματικοί άνθρωποι μη ρισκάροντας, δεν αποκτούν τίποτα που θα άξιζε μετά να μη το ρισκάρουν). Λοιπόν το βιβλίο μου άνοιξε την όρεξη να διαβάσω μυθιστορήματα!

Solaris(Βαθμ. 16/20)
Ο Solaris είναι ένας πλανήτης που ανακαλύπτει κάποια στιγμή στο μέλλον η ανθρωπότητα, ο οποίος καλύπτεται πλήρως απο ένα ωκεανό μιας παχύρευστης ουσίας. Ο πλανήτης απασχολεί επί δεκάδες χρόνια την επιστημονική κοινότητα γιατί ο ωκεανός που τον περιβάλλει μοιάζει να είναι ζωντανός καθότι... Καθότι συμβαίνουν στον ωκεανό μια σειρά απο πράγματα τα οποία δεν έχει νόημα να αναφέρω μια και δεν θα πειστεί κανένας οτι αποτελούν αποδείξεις ύπαρξης ζωής. Και ακριβώς αυτό είναι που εν μέρει πραγματεύεται το βιβλίο σε δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης: Ποιες είναι οι ελάχιστες εκδηλώσεις της ύλης που στοιχειοθετούν ζωντανή ύπαρξη; Εν τέλει τι μπορεί να θεωρηθεί ζωή; Έχει ο ωκεανός γλίτσας συνείδηση του εαυτού του και της βάσης που εγκατέστησαν εκεί οι επιστήμονες;

Όταν για παράδειγμα είχαν αρχίσει οι επιστήμονες να βυθίζουν στη γλίτσα επιστημονικά όργανα για να τη μελετήσουν, κάποιες φορές αυτή δημιουργούσε στην επιφάνειά της μορφές που έμοιαζαν στα όργανα των επιστημόνων. Απο ένα σημείο και μετά, έπαψε να κάνει αυτές τις μιμήσεις, και δεν αντιδρούσε καθόλου στα πειράματα που γίνονταν, σαν να είχε χάσει το ενδιαφέρον της.

Το πράγμα όμως ας πούμε οτι χόντρυνε όταν η γλίτσα άρχισε να παίζει άσχημα με τους επιστήμονες που διέμεναν στο σταθμό, στέλνοντάς τους επισκέπτες που τους παρήγαγε απο αναμνήσεις που είχε διαβάσει απο το μυαλό τους. Ο ένας απο αυτούς αυτοκτονεί.

Στο τέλος ένα μεγάλο ερωτηματικό μένει μετέωρο...

Υ.Γ. Για να περιγράψει τις μορφές που έπαιρνε ο ωκεανός εν είδει παιχνιδιού, ο κ. Στάνισλαφ πρέπει να τα πήρε τα ληγμένα του ;-)

Η άγνοια(Βαθμ. 16/20)
Αλλο ένα βιβλίο του Κούντερα που με φόντο τον πεπτωκότα Κομμουνισμό σκιαγραφεί και συμπιέζει μέσα στις λίγες σελίδες του και μέσα απο τις ιστορίες δυο αυτοεξόριστων απο την Τσεχία, προ πολλού παρολίγον εραστών, μια ολόκληρη εποχή, το τέλος της, και τα σημάδια της πάνω στους ανθρώπους που την έζησαν. Χαμηλών τόνων βιβλίο, ρομαντικό, γλυκό (αλλά και πικρό ή μάλλον κυρίως πικρό), αξίζει να διαβαστεί ακόμα και μόνο και μόνο για την έξοχη μαεστρία με την οποία περνάει στον αναγνώστη αυτό το συναίσθημα της ψυχρής κενότητας των χαρακτήρων μπροστά στο μη-μέλλον τους. Θα ήθελα να το δω απο γαλλικό κινηματογράφο.

Στο επίμετρο του μεταφραστή (Γιάννη Χάρη) λεει οτι είναι το συγκινητικότερο μυθιστόρημα του Kundera. Πιθανότατα είναι. Βέβαια για ένα 26άχρονο που δεν έχει ζήσει ποτέ μακριά απο την οικογένειά του (πολλώ δε μάλλον απο τη χώρα του) (όχι πως το ένα ή το άλλο του ήταν ποτέ εξαιρετικά αγαπητά), είναι πολύ δύσκολο να μπει στη βαθύτερη ψυχολογία των χαρακτήρων του βιβλίου και να συγχρονιστεί με το δράμα τους. Παρόλα αυτά το συστήνω γιατί είναι πολύ ανθρώπινο βιβλίο με την έννοια οτι ο Kundera φτιάχνει(;) χαρακτήρες που είναι πραγματικοί άνθρωποι και όχι μυθιστορηματικές οντότητες.

Ο Τοίχος(Βαθμ. 15/20)
Το βιβλίο 'ο Τοίχος' είναι μια συλλογή πέντε αυτόνομων ιστοριών που περιγράφουν ανθρώπους σε φάσεις ενδοσκόπησης, όπου έρχονται αντιμέτωποι με τα θεμέλια ερωτήματα της ύπαρξης: υπάρχω; γιατί υπάρχω; ποιό το νόημα όλων αυτών που βιώνουμε;

Στην πρώτη ιστορία, μια ομάδα ανταρτών στον ισπανικό εμφύλιο (μάλλον) έχει αιχμαλωτιστεί και πρόκειται να εκτελεσθεί απο τους φασίστες την αυγή. Η ιστορία σκιαγραφεί τις ψυχικές τους μεταστροφές και τις αγωνίες τους καθώς προσπαθούν μέσα στο κελί τους να κατανοήσουν, να αντιμετωπίσουν και να αποδεχτούν το τέλος της ύπαρξής τους.

Στη δεύτερη ιστορία, ο πατέρας μιας γαλλίδας προσπαθεί να την κάνει να εγκαταλείψει τον φίλο της ο οποίος είναι στα πρόθυρα της ολοκληρωτικής τρέλας (νομίζει οτι τον κυνηγάν αγάλματα...) αλλά αυτή δεν θέλει και ο λόγος είναι οτι μάλλον έχει αρχίσει δίπλα του να τα χάνει και αυτή.

Στην τρίτη ιστορία έχουμε ένα μισάνθρωπο ο οποίος έχει ό,τι ψυχικά τραύματα και συμπλέγματα υπάρχουν, καθώς και μερικές σεξουαλικές διαστροφές. Μισεί όλες τις εκφάνσεις της ανθρώπινης φύσης, και θέλει να κάνει μια πράξη που να μείνει στην ιστορία, μια πράξη που να είναι το μανιφέστο αυτής του της μισανθρωπιάς: να σκοτώσει και να σκοτωθεί.

Στην τέταρτη ιστορία μια ανοργασμική κοπέλα έχει σχέση με έναν ανίκανο, ενώ την πολιορκεί και ένα γαλλάκι. Αγαπάει τον ανίκανο ακριβώς για αυτή του την αδυναμία (μάλλον όχι τόσο για την ουσία της αλλά για την καθαυτή πολύ ανθρώπινη ιδιαιτερότητά του), αλλά την κερδίζει ο άλλος γάλλος. Μετά ξαναγυρίζει στον ανίκανο γιατί αυτός κρύβει τις ανασφάλειές της καλύτερα (υποθέτω).

Στην τελευταία και μεγαλύτερη ιστορία, βλέπουμε την πορεία της ζωής ενός μικρού υπερκινητικού παιδιού μέχρι την ενηλικίωση που περνάει μέσα απο διάφορες υπαρξιακές καταστάσεις: υπάρχω στ'αλήθεια; υπάρχω αλλά ποιός είμαι και τί θέλω; μήπως η αυτοκτονία είναι η ύψιστη μορφή αυτοπραγμάτωσης; Μετά απο μερικές φιλοσοφικές περιπλανήσεις, η σύγχυση συνεχίζεται καθώς ο μικρός ψάχνοντας ακόμα τον εαυτό του μπαίνει στα σκοτεινά σοκάκια του βασιλείου του πνεύματος όπου γνωρίζεται με ένα σουρεαλιστή παιδεραστή με τον οποίο περνάει πολλές ώρες γιατί έχει γοητευθεί, στο τέλος καταλαβαίνει όμως οτι ο τύπος ήθελε απλώς το πετσί του.

Οι ήρωες του Sartre, στις πέντε αυτές ιστορίες είναι άθεοι (χωρίς να το δηλώνουν ξεκάθαρα), έξυπνοι κατά κανόνα και χαρακτήρες που σκέφτονται, αυτοαναλύονται και ενδοσκοπούν υπερβολικά πολύ. Είναι φανερό απο τις ιστορίες οτι οι χαρακτήρες αυτοί, ψάχνοντας για νόημα στη ζωή πέφτουν πάνω στον εαυτό τους, και μια και συγκυριακά δεν πιστεύουν σε κάποιο θεό για να τους το δώσει απο ψηλά, το ψάχνουν αναγκαστικά μέσα τους, μια διεργασία που όμως έχει πολύ πόνο, μάτωμα και αμέτρητα αδιέξοδα και μεταστροφές. Και στο τέλος είναι αμφίβολο αν υπάρχει αποτέλεσμα.

Γνωρίζοντας εκ των προτέρων οτι ο Sartre είναι υπαρξιστής, ούτως ειπείν πιστεύει οτι το νόημα της ζωής είναι αυτό που εμείς σαν ξεχωριστοί άνθρωποι της δίνουμε και δεν υπάρχει εξωτερικός νοηματοδότης (θεός), οι ιστορίες του βιβλίου διαβάζονται ευχάριστα, αν και όχι χωρίς κάποια πικρία, γιατί δείχνουν αφενός μεν την τεράστια ευθύνη και το μεγάλο βάρος του ανθρώπου που επιλέγει να χτίσει το νόημα της ζωής του μόνος του αντί να το πάρει κονσερβαρισμένο απο ψηλά, αφετέρου δε, το συχνά τραγικό αποτέλεσμα της διαδικασίας αυτής.

Θέλεις οτι το διάβασμά του διακόπηκε άπειρες φορές; Οτι δεν είχα την ησυχία μου διαβάζοντάς το; Οτι δεν έχω πια την οξύνοια που είχα μικρότερος για να διαβάζω φιλοσοφία; Μπορεί ένας συνδυασμός απο αυτά. Βαρέθηκα λίγο διαβάζοντάς το. Μου φάνηκε σαν ιατρικό τεχνικό εγχειρίδιο για κατάταξη των μορφών βαρεμάρας. Ο συγγραφέας γράφει στην αρχή του βιβλίου οτι ξεκίνησε να το γράφει κάποια περίοδο της ζωής του που βαριόταν πολύ. Ο μεταφραστής του βιβλίου στα ελληνικά γράφει οτι ξεκίνησε να το μεταφράζει μια εποχή που βαριόταν φριχτά, όπως ο ίδιος λέει. Ε, λοιπόν, τώρα έκλεισε ο κύκλος: και ο αναγνώστης βαρέθηκε διαβάζοντάς το.

Το διάβασα στο Διδυμότειχο κάνοντας την... τρόπος του λέγειν θητεία μου. Το καταδιασκέδασα, αμέτρητες φορές γέλασα και νομίζω οτι παρόλο που ο ίδιος ο Ροΐδης αναφέρει οτι τα πρώτα δύο μέρη του βιβλίου είναι βγαλμένα "απο την κεφαλή του", τα ήθη και οι συνήθειες που περιγράφουν είναι υπαρκτά, βγαλμένα απο την άπειρη βιβλιογραφία που διάβασε προκειμένου να γράψει την Πάπισσα Ιωάννα.

Το μεγάλο σατιρικό όπλο του Ροΐδη είναι οι συνεχείς σπαρταριστές παρομοιώσεις. Σχεδόν κάθε δεύτερη πρότασή του περιέχει μια καυστική παρομοίωση, με την οποία χύνει άφθονο δηλητήριο σε ήθη του μεσαίωνα ή και άλλες φορές σε σημερινά. Η ειρωνεία, ο σαρκασμός και αλλού λεπτό και αλλού χοντρότερο χιούμορ διαπερνά κάθε πρόταση, προκειμένου κατά κύριο λόγο να στιγματίσει την υποκρισία του εκκλησιαστικού κόσμου.

Γενικώς, θα μπορούσε κανείς να πει οτι η Πάπισσα Ιωάννα είναι μια πολεμική εναντίον των επι γης αντιπροσώπων του θεού, νυν και πρώην. Το λέω αυτό γιατί βρήκα η καθαυτή ιστορία της Ιωάννας να είναι απλώς το όχημα που μετέφερε τον Ροΐδη και μαζί τους αναγνώστες του καθώς αυτός περνούσε πάνω απο όλες τις κακοδαιμονίες και υποκρισίες που ήθελε να καυτηριάσει. Έτσι, η ιστορία της Ιωάννας δεν παίρνει πάνω της όλο το βάρος της διήγησης αλλά διαρκώς γίνονται μεγάλες παρενθέσεις για να περιγραφούν (λεπτομερώς) (και να σατιριστούν (ενδελεχώς)) μοναχοί, ιερείς, δόγματα, και γενικώς ό,τι άπτεται της εκκλησιαστικής κουλτούρας. Γι'αυτό και ο Ροΐδης έστρεψε πάνω του τα πυρά της Εκκλησίας της Ελλάδος η οποία του έκανε μήνυση για προσβολή των θείων, το μόνο που φυσικά κατάφερε ήταν να κάνει το βιβλίο του ευρέως γνωστό (έτσι δεν γίνεται πάντα;) και να λάβει την προσοχή που δικαιωματικά του άξιζε.

Τέλος, να αναφέρω οτι διάβασα την έκδοσή του απο την ΕΣΤΙΑ, στην καθαρεύουσα (όπως το έγραψε δηλαδή) και δεν μπορώ να φανταστώ να μεταφέρεται επιτυχημένα το ειρωνικό ύφος και η τέχνη της πένας του Ροΐδη στη δημοτική. Θα χρειαζόταν μάλλον ένας ακόμα Ροΐδης για κάτι τέτοιο.

Εγώ πότε θα γράφω έτσι;;; Με τη μαεστρία του Τατσόπουλου, ε; Ίσως όταν μεγαλώσω. Υποδειγματική πλοκή, πολύ έξυπνη ιστορία, φινάλε εκρηκτικό που κορυφώνεται σε μια αποκαλυπτική γραμμή που σε αφήνει άναυδο, χαρακτήρες καλοδουλεμένοι και νευρώδεις. Απο το γυμνάσιο μου έλεγε ο Σώρος να το διαβάσω και τον έγραφα. Μέχρι που ήρθε η ταινία, πήγα να τη δω και είχε αλλάξει και είδα μια πατάτα. Το συστήνω ανεπιφύλακτα, και δηλώνω οτι θα διαβάσω κι άλλο Τατσόπουλο.

Περί της ιστορίας τώρα: Ο Στέφανος είναι ένας όμορφος, έξυπνος, γοητευτικός (και ουδόλως μετριόφρων) τύπος που μόλις απολύθηκε απο το στρατό και δεν θα τον χάλαγαν μερικά χιλιάρικα. Ένας παλιός συμμαθητής του (και μύστης του υποκόσμου) καταφέρνει να κάμψει τις αντιστάσεις του και να τον μπλέξει σε μια ληστεία. Η ληστεία αποτυγχάνει, ο Στέφανος μπαίνει φυλακή και βγαίνει πάρα πολύ σύντομα κάτω απο πολύ...χμ, ιδιόμορφες συνθήκες, αποκαλύπτοντας μια σίγουρα απροσδόκητη πτυχή του χαρακτήρα του... Αψογο, άψογο!

Τόστ Ζαμπόν(Βαθμ.17/20)
Μην το λέμε κάθε φορά. Για τον επόμενο καιρό όλα τα βιβλία είναι διαβασμένα στο στρατό. Έχω ξαναδιαβάσει Bukowski και μπορώ να πω οτι ήταν αντάξιος των προσδοκιών μου. Το βιβλίο έμοιαζε λίγο αυτοβιογραφικό, δεν ξέρω βέβαια λεπτομέρειες, ίσως και να μην ήταν. Περιγράφει σε πρώτο πρόσωπο τη ζωή ενός παιδιού της επαρχίας με ανεπρόκοπους γονείς (ένα μονίμως άνεργο αλλά φαντασμένο αυταρχικό πατέρα και μια υστερική μητέρα). Το βιβλίο είναι γεμάτο σκληρές περιγραφές της ζωής του παιδιού Χένρυ καθώς μπλέκει με κακές παρέες, κι ύστερα πως ωριμάζει αλλά παραμένει πάντα χαμένος μην έχοντας κανένα σκοπό στη ζωή, αμφισβητώντας τα πάντα (και πρώτα τους γονείς του), πίνοντας μονίμως, ψάχνοντας για δουλειά που όμως καμιά δεν του ταιριάζει και απολύεται. Βασικά μπορεί και να διαβαστεί ως οδηγός επιβίωσης πεζοδρομίου. Το συνιστώ.

Κι άλλο βιβλίο που διάβασα στο στρατό. Ποιος είπε οτι ο στρατός είναι χάσιμο χρόνου; Βέβαια για μερικούς το διάβασμα είναι επίσης χάσιμο χρόνου. Τέλος πάντων, το βιβλίο που είχα στα χέρια μου έφευγε σαν νεράκι. Είχε αρκετά ικανοποιητική πλοκή, αρκετές ανατροπές και έξυπνο φινάλε. Πολύ ευχάριστο διάβασμα, αλλά χωρίς να είναι κάτι το εξαιρετικό.
Η ιστορία διαδραματίζεται στο μεσαίωνα, σε ένα μοναστήρι, όπου πεθαίνει ένας μοναχός και πρέπει να αντικατασταθεί με κάποιον καινούριο, και μια που ο ηγούμενος της μονής βρίσκεται σε 'επαγγελματικό ταξίδι', επιστρέφοντας κουβαλάει και ενα αντικαταστάτη, τον Ελινόδιο. Ο οποίος Ελινόδιος δεν έχει καμία σχέση με τον αγαπητό σε όλους, γλυκό και γεμάτο συμπόνια και κατανόηση για τις ανθρώπινες αδυναμίες πατέρα Αδάμ (ο αποθανών), αλλά αντιθέτως είναι σκληρός, άτεγκτος και αλλαζόνας (και εντέλει και νεκρός). Οπότε ο κλήρος πέφτει στο μοναχό Κάντφελ (τον Ηρακλή Πουαρό θα λέγαμε αυτής της σειράς αστυνομικών μυθιστορημάτων εποχής της Πίτερς) για να εξιχνιάσει το μυστήριο.

Συλλογή πολύ σύντομων ιστοριών τρόμου και μυστηρίου. Το βιβλίο είναι απο τις εκδόσεις "γράμματα" και έχει 13 ιστοριούλες διαφόρων (άγνωστων) συγγραφέων. Όπως τα περισσότερα βιβλία του είδους του κατεβαίνει μονορούφι, ειδικά αν το διαβάζεις υπο ιδιαίτερες συνθήκες όπως ο στρατός ;-). Το βιβλίο φιλοξενεί χαμογελαστά αγοράκια με περίεργες γαστριμαργικές συνήθειες, εστιατόρια που τα αγοράκια αυτά θα λάτρευαν, κοριτσάκια με παράξενα όνειρα και αδερφάκια που τα υπεραγαπάνε, σταθμούς τραίνων που κανείς δεν ξανάκουσε, άλλα κοριτσάκια με παράξενες φίλες και άλλα που νικάν δράκους που όμως δεν είναι δράκοι. Σχεδόν συνηθισμένοι γονείς, με σχεδόν συνηθισμένα παιδάκια είναι οι χαρακτήρες των ιστοριών, κάθε ένας εκ των οποίων όμως θα αποκαλύψει τη μικρή ασυνήθιστη ιδιότητά του. Οι ιστορίες του βιβλίου παίζουν σχεδόν όλες με το οτι ενα παιδί εξ'ορισμού περιμένουμε να είναι γεμάτο αθωότητα, αλλά όταν στο μικρό κεφαλάκι του κατοικεί μια ασυνείδητη κακία και διαβολικότητα, και με λίγη δόση υπερφυσικού, έχουμε μια ιστορία ικανή να σε κάνει, έστω και λίγο, να ανατριχιάσεις. Ξεχώρισα την ιστορία 'Ο δράκος που τρώει μικρά κοριτσάκια' του Σέπτιμους Ντέηλ. Για τα 3 ευρώ του, pas mal.

Ένα βιβλίο που έφυγε μέσα σε ενα δίωρο στο στρατό (στο αναρρωτήριο μάλιστα), από ένα μαιτρ της μυστηριακής ατμόσφαιρας, που φιλοξενεί τρεις σύντομες ιστορίες: Το βαρέλι του αμοντιλλάδο, Ο μαύρος γάτος και Ο οίκος των Ώσερ. Ο Poe σκιαγραφεί τους διαβολικούς του χαρακτήρες με μεγάλη επιτυχία, και σε τέλεια αντιδιαστολή με τις 'Σκοτεινές Ιστορίες' όπου το είναι των τραγικών πρόσωπων αδρά σκιαγραφείται απο τις πράξεις τους, εδώ οι χαρακτήρες είναι ιδιαίτερα ευφυείς, αυτοψυχαναλύονται και διηγούνται τις ιστορίες σε πρώτο πρόσωπο φανερώνοντας τις εσωτερικές τους μάχες (λογική vs εγγενής κακία & μοχθηρία), μάχες που φυσικά καταλήγουν με νικητή την κακία που παρασέρνει την αντίσταση της λογικής τους. Όπως θα περίμενε κανείς απο τον Poe, όλες οι ιστορίες του έχουν κεντρικό χαρακτήρα το φόβο για το υπέρτατο (κατά πολλούς) μυστήριο του θανάτου. Για τα 4 ευρώ του και αυτό, pas mal.

Peter Camenzind(Βαθμ. 16/20)
Το τρίτο βιβλίο κατά σειρά που διάβασα στο πρώτο εικοσαήμερο του στρατού πριν ορκιστώ να φυλάττω πίστην εις την πατρίδα, και που για χάρη του άκουσα την "καμπάνα" της 24ωρης κράτησης επειδή το βρήκε ο διμοιρίτης μέσα στον φοριαμό μου. Αλλωστε, ο λοχαγός το είχε πει ξεκάθαρα και επι λέξη: Απαγορεύονται εδώ μέσα πολιτικά βιβλία, τσόντες και μαλακίες. Βέβαια το βιβλίο έχει τόση σχέση με οτιδήποτε απο το ετερογενές και ασαφές συνονθύλευμα που επικρατεί στο κεφάλι του ημιάξεστου λοχαγού (αλλά και του 23άχρονου έπιασα-εξουσία-γαμώ-και-δέρνω διμοιρίτη) όση σχέση έχει και ο φάντης με το ρετσινόλαδο, αλλά μου φαίνεται μακρυγορώ. Το βιβλίο είναι απο τα πρώτα του Hesse και αυτό που τον έκανε διάσημο, και περιγράφει τις περιπλανήσεις ενός μοναχικού χωριατόπαιδου μέσα στη ζωή, στον κόσμο και στον εαυτό του, καθώς δοκιμάζει τις χαρές τις ζωής, τις λύπες, τις απανωτές απογοητεύσεις απο το χαμό των λίγων φίλων του, τους ανεκπλήρωτους έρωτές του... Πέρα απο όλα τα άλλα, ο Hesse γράφει μέσω του χαρακτήρα του Πέτερ ένα ύμνο για τη φύση και το μεγαλείο της, πράγμα το οποίο δεν είμαι σίγουρος αν το βρίσκουμε και σε άλλα του έργα, αλλά η εντύπωσή μου απο ό,τι Hesse έχω διαβάσει είναι οτι ακόμα και όταν δεν μιλάει κάπου για τη φύση, η αφήγησή του έχει πάντα μια 'γλυκιά ηρεμία' (κλεμμένο απο το οπισθόφυλλο) που μοιάζει σαν οι χαρακτήρες και τα γεγονότα να συνθέτουν ένα γαλήνιο ανοιξιάτικο τοπίο. Όπως και να έχει, ο Hesse είναι μεγάλος μάστορας της λογοτεχνίας...

Το βιβλίο ήταν ενα καθαρά ακαδημαϊκό βιβλίο οπότε και η βαθμολογία του ίσως να μοιάζει λίγο άδικη. Όπως και να έχει μπορώ να σας μεταφέρω τι αποκόμισα σε 3 αράδες. Η αμερικανική εξωτερική πολιτική λοιπόν με δυο λόγια, συνίσταται στο εξής ενα δόγμα: Είμαστε το δημοκρατικότερο, ομορφότερο, πλουσιότερο, εξυπνότερο έθνος, και θα κάνουμε τα πάντα για να παραμείνουμε.

Υπήρξαν δυο προσεγγίσεις σε αυτό το δόγμα: η προσέγγιση του απομονωτισμού, και η προσέγγιση του ιδεαλιστικού παρεμβατισμού που έμοιαζε με τον πολιτικό ρεαλισμό. Ο παρεμβατικός ιδεαλισμός έλεγε οτι επειδή είμαστε το δημοκρατικότερο και δυνατότερο έθνος έχουμε υποχρέωση προς τον υπόλοιπο πλανήτη, όπου παραβιάζονται οι αρχές του ανθρωπισμού και της δημοκρατίας να επεμβαίνουμε για να τις ξαναεμφυσήσουμε στον παραστρατημένο κόσμο. Εδώ να με σχωρνάτε αν κάνω λάθος αλλά κατάλαβα οτι ο πολιτικός ρεαλισμός έφτανε στο ίδιο αποτέλεσμα απο τον δρόμο του σκεπτικού οτι αφού έχουμε τη δυνατότητα να είμαστε οι δυνατότεροι, να επιβάλλουμε το συμφέρον μας σε όλους και δεν έχουμε και κανένα αντίπαλο δέος, θα το κάνουμε, αλλά και γελώντας κάτω απο τα μουστάκια μας θα προφασιζόμαστε το γνωστό πρόσχημα περί δημοκρατίας και ελευθέρωσης των λαών απο τους δυνάστες του. Προς τούτο λοιπόν, θα αποτρέπουμε με κάθε δυνατό μέσο τη συμμετοχή χωρών σε οιουσδήποτε οργανισμούς των οποίων ο έλεγχος δεν μας ανήκει, θα εγκαθιστούμε στρατιωτικές βάσεις όπου μπορούμε, εδραιώνοντας την πρωτοκαθεδρία μας και φυσικά κανείς δεν δικαιούται να κατέχει πυρηνικά, εκτός απο εμάς, αλλά και όποια κράτη βρίσκονται υπο τον έλεγχο και την κηδεμονία μας.

Απο την άλλη, το δόγμα του απομονωτισμού έλεγε οτι αφού σαν ήπειρος είμαστε αυτάρκεις, δεν χρειάζεται να χώνουμε τη μύτη μας παντού, μια που κάτι τέτοιο κοστίζει, αλλά ας κάτσουμε στα αυγά μας, να χτίσουμε μια όμορφη και δημοκρατική Αμερική, που με τον έξω κόσμο θα έχει εμπορικές σχέσεις (για εξαγωγές κτλ) αλλά όσο το δυνατόν λιγότερες πολιτικές σχέσεις. Οπως είναι φανερό όμως, το δόγμα καταρρίφθηκε και εγκαταλείφθηκε με αφορμή την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ, αν και η βαθύτερη αιτία ήταν κατά τη γνώμη μου οτι αφού είναι επικερδές εντέλει να χώνουμε τη μύτη μας παντού, θα το κάνουμε.

Δηλώνω ευθαρσώς οτι κατάλαβα ελάχιστα. Ο Foucault είναι δύσκολος. Τέτοια εμπειρία διαβάσματος ξαναείχα μόνο με τα Φαντάσματα του Μάρξ του Ντεριντά.

Εντάξει, ήμουν λίγο αυστηρός στη βαθμολογία. Δεν θα μπορούσα όμως και να μην είμαι αυστηρός με αυτόν που έγραψε το Φάντασμα της Όπερας. Λοιπόν το αστυνομικό μυθιστόρημα του Leroux διαδραματίζεται κλασσικά στο Παρίσι, όπου μετά που η Γαλλική Ακαδημία χάνει έναν απο τους Ακαδημαϊκούς της, σημειώνονται αλλεπάλληλοι θάνατοι υποψηφίων για τη θέση που άδειασε. Ο πρώτος θάνατος θεωρείται φυσιολογικός, ο δεύτερος βάζει υποψίες, τον τρίτο ακολουθεί πανικός. Μήπως η θέση είναι καταραμένη απο τον μάγο Ελιφάς ντε λα Νοξ, ο οποίος σαν υποψήφιος για τη θέση περιγελάστηκε και απορρίφθηκε; Και ο ένδοξος καθηγητής Λουσταλό της Ακαδημίας, διαρκώς αφηρημένος, έτοιμος προφανώς να συγκλονίσει την ανθρωπότητα με άλλη μια του φοβερή ανακάλυψη (όπως θα έλεγε και ο Leroux), τί ρόλο παίζει; Διαβάζεται μονορούφι!

Βασιλιάς Ληρ(Βαθμ. 16/20)
Ωραίος ο Σαίξπηρ. Η ποιητική του γλώσσα είναι ίσως το καλύτερό του στοιχείο στο Βασιλιά Ληρ. Αυτό που δεν μου άρεσε ήταν στην αρχή το πόσο χωρίς πλοκή και βαθύτητα χαρακτήρων διώξαν οι κόρες τον πατέρα τους, μόλις αυτός τους παρέδωσε την εξουσία του. Σαν δηλαδή να κάναν τις καλές (που μάλλον έτσι έγινε) περιμένοντας την εξουσία ώστε να πετάξουν το γέρο μακριά. Θα το απολάμβανα περισσότερο αν υπήρχε κάποιου είδους εσωτερική μάχη στους χαρακτήρες, και για παράδειγμα τα λόγια αγάπης που τις έβαλε να πουν ο γέρος τα εννοούσαν απλά θα ήταν τέτοια η σχέση τους μαζί του που δεν θα μπορούσαν να τον αντέξουν και ο διωγμός του θα ήταν μετά μονόδρομος. Γενικά το έργο στο επίπεδο της περιγραφής των χαρακτήρων ήταν λίγο μάζεψέ τα να φεύγουμε. Όπως έχω ακούσει και απο αλλού, ίσως ο Σαίξπηρ να είναι λίγο υπερτιμημένος.

Ασκητική(Βαθμ. 19/20)
Τι να πει κανείς για αυτό το αριστούργημα του Καζαντζάκη... Μια εξαιρετικά βίαιη καταιγίδα εικόνων, ένας ίλιγγος ακατάπαυστης κίνησης και δημιουργίας, μεθυστικός και ξέχειλος απο αγάπη για τον Ανθρωπο. Μέσα στο σφυροκόπημα της πρόζας του, μιας πρόζας που θυμίζει Nietzsche, στροβιλίζεται στη φωτιά της ύπαρξης όλο το Σύμπαν, φτιάχνοντας ανθρώπους, ιδανικά, αγώνες, αγωνίες, θεούς, μόνο για να τα ξανακαταλύσει σε χώμα ξεκινώντας πάλι απο την αρχή τον αιώνιο κύκλο του.

Με λόγο γεμάτο λαγαρότητα και ποιητική αλληγορία, δείχνει πως η αναπόδραστη ματαιότητα της ύπαρξης μετουσιώνεται σε απροσμέτρητο πάθος για ζωή, για δράση, για συνέχιση του έργου του Ανθρώπου, για πόλεμο, κι ας είναι ενας πόλεμος αμφίρροπος που κανείς δεν ξέρει το τέλος του. »Που πάμε; Θα νικήσουμε ποτέ; Προς τι όλη τούτη η μάχη; Σώπα! Οι πολεμιστές ποτέ δε ρωτούνε!». Ακόμα και η μικρότερη μάχη που δόθηκε, κι ας συνάντησε τη μεγαλύτερη τη συντριβή, ποτέ δεν χάνεται στην ματαιότητα, ποτέ δεν χάνεται μετά το τέλος, αλλά φωτίζει για πάντα το δρόμο των κατοπινών. »Το άστρο πεθαίνει, μα το φως του ποτέ!».

Ο Καζαντζάκης μέσα απο αυτή του την κραυγή (όπως ονομάζει και ο ίδιος την Ασκητική του), μοιάζει να είναι κοντά στο φιλοσοφικό ρεύμα του Υπαρξισμού αν και ίσως υπήρξε απο τους πατέρες του. Η φιλοσοφία του είναι κοντά στο 'A Free Man's Worship' του Bertrand Russell και στη γενικότερη ανθρωποκεντρική στάση του Υπαρξισμού. Οι ζωές μας και το πέρασμά μας απο αυτή τη γή, παίρνουν την αξία που εμείς οι ίδιοι τους δίνουμε.

Μέσα απο την ειρωνία, το σαρκασμό προς την προκατάληψη και τα χοντρά χωρατά, ο μάστορας της υπερβολής Rabelai ξεπροβάλλει τον ανθρωπισμό του. Βάζει τον άνθρωπο να σταθει μόνος γερά στα πόδια του, του ξαναδίνει την αξιοπρέπεια και τη χαμένη αυτάρκεια που η ποταπότητα, η αδυναμία και η δουλικότητα που πρεσβεύει ο χριστιανισμός είχαν καθαιρέσει. Γι'αυτό, δεν χάνει ευκαιρία να χτυπάει το Μεσαιωνικό θεολογικό κατεστημένο έτσι που το έργο του καταδικάστηκε και ο ίδιος ονομάστηκε αιρετικός. Η πραγματική σοφία δεν μπορεί να είναι δυσκοίλια και κιτρινιάρα και κλεισμένη σε μοναστήρια, παρά μόνο να φέρνει στην τέλεια ισορροπία τις δυο αξεχώριστες φύσεις του ανθρώπου, το πνεύμα με την ύλη, τις ηδονές της σάρκας με τη γνώση και την καθαρή σκέψη. Ανάμεσα απο μια ατέλειωτη διαδοχή οργιωδών κρασοκατανύξεων, οι χαρακτήρες του Rabelai ζουν την γιορτή του να είσαι άνθρωπος, εξυψώνουν τη ζωή πάνω στις αξίες του ανθρωπισμού και της δίνουν πίσω όλα αυτά που ο δογματικός Μεσαίωνας με την κούφια σοφία του της είχε στερήσει. On ne nait pas homme, on le devient.



Συλλογή σύντομων, ανάλαφρων ιστοριών, καλύτερη εκ των οποίων η ομώνυμη 'το φάντασμα των Κάντερβιλ', όπου ενα αξιοθρήνητο γέρικο φάντασμα τρομοκρατείται ανελέητα απο τα παιδιά των καινούριων ενοίκων ενός σπιτιού-κάστρου. Ο,τι πρέπει για βαρετά απογεύματα, αντί τηλεόρασης. Ο Οσκαρ γράφει ωραία, είτε πρόκειται για τα σοβαρά του μυθιστορήματα είτε για αστείες ελαφρές ιστοριούλες.-

Ο Οσκαρ Ουάιλντ ξαναχτυπά. Πάρα πολύ δυνατό μυθιστόρημα, σχετικά με ενα νεο, τον Ντόριαν Γκρέυ ο οποίος έχει ενα δικό του πορτρέτο το οποίο, δεν θυμάμαι πως ακριβώς (γιατί έχει χρόνια που το διάβασα) αλλάζει και γερνάει, ενώ ο ίδιος μένει φρέσκος σαν μαρούλια ημέρας. Ο Ντόριαν επιδίδεται σε άσωτη ζωή η οποία αντανακλάται στο πορτρέτο του που ασχημαίνει, ρυτιδιάζει και τα συναφή, κάποτε όμως αηδιάζει με τη ζωή του και... δεν λεω παρακάτω, γιατί θα σας το χαλάσω. Πρέπει να διαβαστεί οπωσδήποτε. Ο Οσκαρ Ουάιλντ και ο Έρμαν Έσσε μάλλον είναι απο τους σταθερά αγαπημένους μου μυθιστοριογράφους.




Απο τα αγαπημένα μου του Νίτσε. Το βιβλίο εκθέτει τις απόψεις του Νίτσε σχετικά με το πως διαμορφώθηκε και διαμορφώνεται η ηθική κάθε εποχής. Πως ακατανόητα ταμπού μιας εποχής είναι απλώς κατάλοιπα μιας προηγούμενης στην οποία υπήρχαν οι συνθήκες που απαιτούσαν την ύπαρξή τους, πως πρακτικές συνήθειες/ανάγκες του σήμερα γίνονται ηθική του αύριο. Το βιβλίο είναι κατανοητό, αν και ο Νίτσε είναι πάντα αρκετά κατανοητός (εκτός απο τον Ζαρατούστρα).

Πολύ καλή και γλαφυρή βιογραφία του Μάρξ. Απο τα παιδικά χρόνια του Μάρξ με τις αδερφές του, τα φοιτητικά που έσπαγε λάμπες στο δρόμο και έπαιζε κυνηγητό με την αστυνομία, μέχρι τις παρακαταθήκες που μας άφησε στην οικονομική θεωρία και φιλοσοφία και το μνημειώδες 'Κεφάλαιο'.






























Ξεκαθαρίζω εξαρχής οτι μισώ την κατηγορία επιστημονικο-μυθιστορήματα. Δεν θυμάμαι ιδιαίτερα την ιστορία του, μια τύπισσα νομίζω και ένας τύπος, έρωτες σαχλά δοσμένοι με μπόλικες ανούσιες αναφορές στην επιστήμη της Πληροφορικής. Γλυκανάλατο άρλεκιν.

Με αυτό το βιβλίο ανακάλυψα οτι μισώ την κατηγορία επιστημονικο-μυθιστορήματα. Δηλαδή συνήθως μια διήγηση που πετάει κανένα θεώρημα ανάμεσα σε μια κατά τα άλλα άνοστη ιστορία. Παπαγάλοι που παπαγαλίζουν αποδείξεις θεωρημάτων και άλλα σαχλά. Γλυκανάλατο.

Εαν οι υπαρξιακές σας ανησυχίες εκτείνονται πέρα από το 'αράζω, άρα ζω', εαν στο σχολείο δεν είσασταν σε μόνιμη διάσταση με μαθηματικά, φυσική, χημεία και οτιδήποτε είχε νούμερα (εκτός της παρέας σας), και εάν διαβάζατε κόμικς τότε αυτό το βιβλίο είναι για εσάς. Γραμμένο από τον αστεράτο (και κατά πολλούς υπερεκτιμημένο (λόγω παράλυσης) Hawking - 'υπερεκτιμημένο' τον χαρακτηρίζουν μερικοί χολιασμένοι συνάδελφοί του, όχι εγώ, οπότε τηρουμένων των αναλογιών, μην τον απορρίψετε, κάτι έχει να σας μάθει), γραμμένο λοιπόν λεω από τον Hawking, περιγράφει τί ξέρει και εικάζει αυτή τη στιγμή η επιστήμη περί όλων αυτών των τρομερών που συμβαίνουν έξω από την Ελλάδα (η οποια κατά άλλους είναι το κέντρο του σύμπαντος), τι συμβαίνει δηλαδή σε συμπαντική κλίμακα.

Όλα όσα νομίζατε ότι ξέρατε και γι' αυτό δεν ρωτούσατε είναι εδώ: Τί είναι οι μαύρες τρύπες; Εκπέμπουν θερμότητα; Που πάνε όλα αυτά που ρουφάνε; Τί πάει να πει ύλη = ενέργεια; Πως δημιουργήθηκε το φεγγάρι; Υπάρχει η σκοτεινή ύλη; Ο Ήλιος πως θα πεθάνει μόλις του τελειώσει η μπενζίνα; Τί θα πάθει η Γή τότε; Πως καμπυλώνεται ο χωροχρόνος από την παρουσία μαζών; Ναι, ναι, αυτό που όλοι θέλετε να μάθετε: Είναι δυνατά τα ταξίδια στο χρόνο; Σκουληκότρυπες, μυρμηγκοφωλιές και όλα τα άλλα που δεν θα σας πει κανένα πρωινάδικο, είναι εδώ. Πάτε να αγοράσετε το βιβλίο τώρα!







Πηγή του περίφημου: Ολοι είναι ίσοι, αλλά μερικοί είναι πιο ίσοι απο τους άλλους. Αλληγορική ιστορία που είχε απαγορευτεί κάπου (στη Σοβιετική Ένωση του Στάλιν;) για αυτά που έλεγε. Τα ζώα μιας φάρμας σκοτώνουν(; -δεν το θυμάμαι και τέλεια) τον καταπιεστή φάρμερ και παίρνουν τη ζωή και τη διοίκηση της φάρμας στα χέρια τους για να ανακαλύψουν σύντομα οτι τη θέση του γρήγορα πληρώνουν κάποια απο τα πιο επιτήδεια ζώα. Κάπου διάβασα οτι το βιβλίο είναι έτσι γραμμένο που οι χαρακτήρες -ζώα ταιριάζουν απόλυτα σε κάποιους απο τους πολιτικούς -δικτάτορες τότε (Ο Στάλιν νομίζω ήταν το γουρούνι). Πολύ καλό. Διαβάζεται και απο παιδιά σαν διδακτικό παραμυθι. Αν δεν απατώμαι κυκλοφορεί και σε εικονογραφημένη παιδική έκδοση. Αντε, όχι μόνο Ποπάυ.






Fahrenheit 451 (Βαθμ. 17/20)
Ακολουθώντας ενα μοτίβο ευφημισμών όπως στο οργουελιανό 1984, η πυροσβεστική υπηρεσία στο μέλλον του Fahrenheit 451 χρησιμεύει στο να καίει τα βιβλία (μαζι με τους επίορκους κατόχους τους) που μπορεί να κλονίσουν τα πιστεύω των ανθρώπων της εποχής. Συνιστάται για προσγείωση αισιόδοξων και αυτοκτονία απαισιόδοξων μαζί με λήψη 1984, Φάρμα των Ζώων.




Αντιγνώση(Βαθμ. 19/20)
Βιβλίο σταθμός. Πλήρης αποδόμηση του χριστιανισμού, μέχρι τελευταίου λίθου. Πλήρης αποδόμηση της τερατώδους ψευτιάς του 'ελληνοχριστιανισμού'. Γραφή δοκιμιακή στα τεχνικά, με πλήρη βιβλιογραφία και άπειρες αναφορές, αλλά και ταυτόχρονα παθιασμένη και ολοζώντανη. Μου θύμισε Nietzsche.

Όποιος θέλει να μάθει με ποια μέσα ο χριστιανισμός ξερίζωσε την αρχαία ελληνική κουλτούρα και συνήθειες για να τα αντικαταστίσει με αντίστοιχα εβραϊκά, ενώ ταυτόχρονα φρόντιζε για τη Σωτηρία του κατεστημένου και των αρχόντων εδραιώνοντας φιλοσοφικά την κυριαρχία τους... αυτό είναι το βιβλίο. Όποιος θέλει να μάθει πως κατά πάσα πιθανότητα καπελώθηκε η επικίνδυνη για την καθεστηκυία τάξη διδασκαλία του Χριστού, και κατέστη αβλαβής μέσω της παραποίησής της από κάποιους αποστόλους κι ευαγγελιστές, αυτό είναι το βιβλίο.

Εχω την εντύπωση πως η Ζωγράφου μηνύθηκε από την Εκκλησία για αυτό το βιβλίο, δεν είμαι όμως σίγουρος - θα το κοιτάξω.


Brave New World (Βαθμ. 8/20)
Απο το πρωτότυπο επιχείρησα να το διαβάσω αλλά ίσως τα αγγλικά μου δεν ήταν τόσο προχωρημένα. Θα του ξαναδώσω μια ευκαιρία κάποια στιγμή, δεδομένου και του θορύβου γύρω απο το όνομά του.

Το παράτησα γιατί παρότι καμιά 60 σελίδες όλο κι όλο, απο την πέμπτη σελίδα και μετά, κάθε πρόταση ήταν σαν να ερχόταν απο άλλο βιβλίο. Μάλλον θα χρειαζόταν μια γνώση οικονομικών... Ορε και βουάρ! Ορε και βουάρ!

Οταν διάβασα το πρώτο κεφάλαιο αναρωτήθηκα αν κατάλαβα έστω και μια πρόταση. Άντε γειά!

Πιθανόν για γλωσσολόγους ενδιαφέρον. Είχε ελάχιστα στοιχεία καταληπτά για τον αμύητο στην γλωσσολογία οπότε... hasta la vista, baby!

Σκέψεις (Βαθμ. 4/20)
Πολλή θεοσοφία για τα γούστα μου. A tout a l'heure!

"Aν δεν έχεις ζήσει δεν μπορείς ούτε να αγαπήσεις, ούτε να πεθάνεις", λεει ο Χρυσόστομος σβήνοντας στον φίλο του Νάρκισσο. "Γι' αυτό είχε δημιουργηθεί τελικά ο άνθρωπος; Για να ρυθμίζει αυστηρά τη ζωή του σύμφωνα με τους χτύπους μιας καμπάνας, για να στραγγαλίζει τις αισθήσεις του και να δραπετεύει απο τον κόσμο;", αναρωτήθηκε ο ευσεβής Νάρκισσος όταν μπόρεσε να δει καθαρά πια μπροστά του, μέσα απο τα έργα και τη ζωή του Χρυσόστομου οτι "ο υλικός κόσμος των αισθήσεων μπορεί να προικιστεί με ψυχή".

Ο βασικός ήρωας του ρομαντικού παραμυθιού Χρυσόστομος βιώνει την αιώνια πάλη σώματος και πνεύματος, κυνηγώντας το όραμα της Μητέρας-Ζωής που συνέχεια σαν χίμαιρα του ξεφεύγει οδηγώντας τον πότε σε σκοτεινά μονοπάτια, πότε στις υψηλότερες δημιουργίες τέχνης. Στο τέλος της περιπλάνησής του που συμπίπτει και με το φυσικό του τέλος, παρασέρνει στην αμφιβολία σχετικά με τον προορισμό του ανθρώπου και τον φίλο του Νάρκισσο ο οποίος όμως είναι πια πολύ αργά για να ξεφύγει απο τη μόνη ζωή που είχε ποτέ γνωρίσει, τη μοναστική.

Ο πολύ καλά ψυχολογικά τεκμηριωμένος χαρακτήρας του Χρυσόστομου μοιράζεται στοιχεία τόσο με τον Τόμας της 'Αβάσταχτης ελαφρότητας του είναι' (Μ. Κούντερα) όσο και με τον ήρωα Ζαν Μπατίστ Γκρενούιγ του Πάτρικ Ζίσκιντ στο εξαιρετικό 'Το άρωμα'. Απο τον πρώτο έχει την ενστικτώδη παρόρμηση να ζήσει, να νιώσει και να γευτεί τον έρωτα, ενώ απο τον δεύτερο, την απαρέγκλιτη προσήλωση που κρατάει μια ολόκληρη ζωή (και οδηγεί τους φορείς της στην καταστροφή τους) σε ενα στόχο ύψιστης δημιουργίας: Τη μορφή της Μητέρας-Ζωής ο Χρυσόστομος και το υπέρτατο άρωμα, ο Γκρενούιγ.

Η κατάρα του Νάρκισσου ήταν πως όταν ανακάλυψε τη ζωή που έχασε απο τα αμετακίνητα πιστεύω του ήταν πια αργά για να τρέξει πίσω της. Και είτε με τον Χρυσόστομο, είτε όχι, ήταν η μοίρα του να το ανακαλύψει κάποτε, γιατί η εσωτερική πληρότητα και το γέμισμα που αντλούνται απο κλειστά λιμάνια και όχι απο την λυτρωτική αμφιβολία, απο τη δοκιμή και το λάθος, δεν κρατάει πολύ για τους έξυπνους ανθρώπους. Γι'αυτό και 'μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι' γιατί θα γεννηθούν και θα πεθάνουν ευτυχισμένοι και πλήρεις στα στεγανά κλουβιά τους γιατί ποτέ δεν θα μπορέσουν να κατανοήσουν τι έκλεισαν απ'έξω.

Η Νυχτερίδα (Βαθμ. 5/20)
Η ιστορία του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, μέσα απο τον Ελληνισμό της Αιγύπτου. Δολοπλοκίες, προδοσίες, ανατροπές, όμως σε ενα σενάριο που προχωράει αργά και βαρετά. Δεκάδες πρόσωπα στα οποία περιστασιακά εστιάζεται η διήγηση για να εξαφανιστούν πάλι μετά. Ατέρμονες ονειροπωλήσεις, εξαντλητικές περιγραφές και ασύνδετα ταξίδια του νου. Υποθέτω λίγο καλύτερη γνώση της τότε ιστορίας θα μου εκανε το διάβασμά του λιγότερο ανυπόφορο.

Έτυχε λίγες μέρες μετά που το παράτησα, να γίνει αφιέρωμα στις εφημερίδες στον Τσίρκα και την τριλογία "Ακυβέρνητες Πολιτείες" με αφορμή μια νεα έκδοση των βιβλίων. Διάβασα λοιπόν οτι οι "Ακυβέρνητες Πολιτείες" (μέρος εκ των οποίων και η "Νυχτερίδα") θεωρούνται το σημαντικότερο ελληνικό μυθιστόρημα του 20ου αιώνα, με μοντερνισμό στο λόγο, πολλαπλές αφηγηματικές οπτικές(αυτό που εγώ είχα περιγράψει "δεκάδες πρόσωπα στα οποία..." ;-)) κλπ. Συμφωνώ, αλλά εμένα δεν μου άρεσε.

Θεία Κωμωδία (Βαθμ. 5/20)
Η έμμετρη μετάφραση του Καζαντζάκη μου ήταν ανυπόφορη. Επίσης, τερατωδώς μεγάλο. Ισως κάποια στιγμή να ξανά-επιχειρήσω να το διαβάσω. Μέχρι τότε... Quid quid latine dictum sit, altum viditur!

Συλλογή 'προκαταλήψεων' απο τον Sir Peter Ustinov. Απο τις προκαταλήψεις που αιματοκύλισαν την ανθρωπότητα (Εβραίοι-Ναζί), μέχρι τις μικρές που συναντάμε στην καθημερινή ζωή για τους 'κρύους' Γερμανούς, τους 'οργανωμένους' Ελβετούς και τα συναφή, δοσμένες μέσα απο το χιουμοριστικό ύφος του Ustinov. Ο οποίος βέβαια μοιάζει να έχει πάρει πολύ στα σοβαρά οτι ο ίδιος δεν έχει καμία. Ενδιαφέρον βιβλίο, όμως δεν έχει κάποιο βάθος και ο Ustinov δεν επιχειρεί κάποια ιδιαίτερη ανάλυση για τη γενεαλογία των προκαταλήψεων, πως γεννιούνται, πως συντηρούνται, πως λειτουργούν.

Η ομιλία που εκφώνησε ο Dario Fo κατά την απονομή του Νόμπελ του στη Σουηδική Ακαδημία, με πρόλογο Κώστα Δεσποινιάδη. Ο Dario Fo θεωρούσε τον εαυτό του κλόουν, γελωτοποιό κατά την μεσαιωνική έννοια του όρου, όταν οι γελωτοποιοί αφήνονταν απο τον βασιλιά να τον σατιρίζουν καυστικά στην ίδια του την αυλή, δείχνοντας ο τελευταίος την ανωτερότητά και την δημοκρατικότητά του. Ο Dario Fo εξεπλάγη που του απονεμήθηκε το Νόμπελ, ενώ οι κακεντρεχείς σχολίασαν 'μα καλά, το Νόμπελ λογοτεχνίας σε ενα κλόουν;'. Πολλοί περίμεναν οτι δεν θα το παραλάβει το Νόμπελ, όμως ο Dario Fo το πήρε, και διέθεσε το 1 εκατομμύριο δολλάρια που το συνοδεύει για τον αγώνα απελευθέρωσης τριών Ιταλών πολιτικών κρατουμένων. Στο λόγο του ο Dario Fo σατιρίζει πολλά απο τα κακώς κείμενα της κοινωνίας όπως την υποκρισία και την πλατειά άγνοια που ανοίγει το δρόμο στη χειραγώγηση των ανθρώπων και κλείνει αφιερώνοντας το Νόμπελ στη γυναίκα του, Φράνκα Ράμε.

Οπωσδήποτε ενα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί. Συνδυάζει πολλά πράματα: φιλοσοφικά ερωτήματα και αντίστοιχες φιλοσοφικές προσεγγίσεις (κυρίως αυτών του Arthur Schopenhauer), παράλληλα παρουσιάζει τον μικρόκοσμο των φαινομενικά ανυπέρβλητων προσωπικών μας προβλημάτων, συνδυάζει παρουσίαση τεχνικών ομαδικής ψυχανάλυσης μέσα απο την αφήγηση της ψυχοθεραπείας μιας ομάδας ανθρώπων, καθώς και βιογραφία, καθώς ανάμεσα στα κεφάλαια του βιβλίου παρεμβάλλονται κεφάλαια με την βιογραφία και τη φιλοσοφία του μεγάλου πεσσιμιστή φιλόσοφου Arthur Schopenhauer. Τέλος, μέσα απο το χαρακτήρα του Τζούλιους ο οποίος είναι ο ψυχοθεραπευτής της ομάδας και ο οποίος πάσχει απο μια θανατηφόρα μορφή καρκίνου και στο τέλος πεθαίνει, διαφαίνεται το ηθικό δίδαγμα του συγγραφέα (ή τέλος πάντων η δική του κοσμοθεωρία): Μέσα απο τα χείλια του Τζούλιους που φτάνει στο τέλος του και κοιτάει πίσω, θα φωνάξει σαν άλλος Ζαρατούστρας: Αυτό ήταν η ζωή; Ε, τότε, άλλη μια φορά!

Faust (Βαθμ. 18/20)
Ενα απο τα κλασσικά όλων των εποχών που όλοι ήθελαν να έχουν διαβάσει, αλλά κανείς δεν έχει διαβάσει. Εγώ το διάβασα λοιπόν. Και ήταν καλό. Απο μια κακοφτιαγμένη πεντάλφα ο διάβολος παγιδεύεται στο σπίτι του Dr. Faust ο οποίος δεν τον αφήνει να φύγει αν δεν κερδίσει κάτι απο αυτόν. Η μπορεί να ήταν απλώς κόλπο του Μεφίστο για πάρει την ψυχή του Faust. Αρχίζουν οι δυο τους ενα ταξίδι κατά το οποίο ο Dr. Faust που 'σπούδασε και έμαθε τα πάντα, μα πάλι έμεινε μωρός όπως και πρώτα' όπως ομολογεί, προσπαθεί να γνωρίσει τη ζωή χρησιμοποιώντας για εργαλείο του τις διαβολικές δυνάμεις του Μεφιστοφελή. Η ιστορία του Dr. Faust δεν είναι του Goethe, υπήρξε παλιότερα, καθώς και μετά απο τον Goethe. Η ιστορία στην οποία ο Dr. Faust πουλάει την ψυχή του στο διάβολο είναι του μεταγενέστερου Christopher Marlowe. Γενικώς ο Goethe παίζει με πολύ μαεστρία και καταφέρνει να αφήσει αναπάντητες (κι αν μπορούσαν άραγε να απαντηθούν...) τις αιώνιες υπαρξιακές ανησυχίες του ανθρώπου και τα βασανιστικά ερωτήματα... Γιατί είμαι εδώ;... Γιατί έφαγα τα χρόνια μου σπουδάζοντας; θα αναρωτηθεί ο Dr... 'Αντίς η φύση η ζωντανή /που μέσα σε έπλασε ο θεός, /σε τριγυρίζει εδώ καπνός, /μούχλα και σάπιοι σκελετοί'... Τα εύγε μου επίσης στην εξαίρετη ποιητική μεταφορά (δεν μπορείς να την πεις απλώς μετάφραση) του Κ. Χατζόπουλου απο τις εκδόσεις Γκοβόστη.

Κλασσικό πια βιβλίο. Το ομωνυμο musical απο τον ιδιοφυή Andrew Lloyd Webber έκανε και συνεχίζει να κάνει θραύση όπου και αν παίζεται, έχει μεταφραστεί σε αμέτρητες γλώσσες και έχει παρακολουθηθεί απο άπειρους θεατές σε όλο τον κόσμο. Εγώ το έχω δει στη Μαδρίτη παιγμένο στα Ισπανικά και πρέπει να ομολογήσω πως ήταν απο τα λίγα πράματα που με έχουν ενθουσιάσει μέχρι τώρα στη ζωή μου. Το βιβλίο λοιπόν του Gaston Leroux παρουσιάζει την ιστορία ενός υπαρκτού (;...) προσώπου, του Ερίκ, χτίζοντας με πραγματικά μοναδικό τρόπο ενα ολόκληρο κόσμο όπου τα όρια της υπερβολής, του αληθινού και του ψεύτικου γκριζάρουν. Το μυθιστόρημα ειναι βασικά αστυνομικό αλλά ταυτόχρονα και ερωτικό/ποιητικό, με εξαιρετική πλοκή, εξαιρετικές περιγραφές της εσωτερικής πάλης των χαρακτήρων (βλ. Christine), με τον τρομερά δυνατό και ολοκληρωμένο χαρακτήρα του Φαντάσματος που στοιχειώνει την Opera de Paris, αλλά και τους χαρακτήρες των διευθυντών της Όπερας να χτίζουν μια ιστορία που όπως λεει το γνωστό κλισέ, σε κρατάει καθηλωμένο μέχρι το τέλος. Με ενθουσίασε.

Το Αστείο (Βαθμ. 17.5/20)
Ο Λούντβιχ, ενας ιδεαλιστής κομμουνιστής θα αλλάξει για πάντα τη ζωή του όταν θα στείλει ενα γράμμα σε μια φίλη του στο οποίο αστειεύεται με την αισιοδοξια για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού που έπρεπε να διακατέχει κάθε κομμουνιστή. Το Κόμμα χωρίς ίχνος χιούμορ, αδυνατεί να το δει σαν αστείο και τον διαγράφει, διακόπτει και τις σπουδές του και τον στέλνει να κάνει την στρατιωτική του θητεία δουλεύοντας σε ορυχεία. Ο Kundera θίγει τα κακώς κείμενα του κομμουνισμού και βασικά το σοβιετικό μοντέλο σε ενα μυθιστορηματικό βιβλίο που όποιος αγάπησε την αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι, θα το αγαπήσει.
ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ
Οι βαθμολογίες είναι τελείως υποκειμενικές και δεν σκοπεύουν στον χαρακτηρισμό του έργου. Είναι για τελείως προσωπική χρήση. Στο τέλος-τέλος ποιος είμαι εγώ για να κρίνω Μάρξ ή Καζαντζάκη. Άρα μπορείτε να θεωρήσετε ότι οι βαθμολογίες και τα σχόλιά μου χαρακτηρίζουν περισσότερο εμένα παρά το εκάστοτε έργο. Αν έχετε μια καλή κουβέντα να μου πείτε, στείλτε την στο gpall@auth.gr

design: backpacker.gr
top